Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Παντελή Καλιότσου [1].
Λίγα λόγια για την υπόθεση: Ο Βασίλης είναι δάσκαλος που έρχεται να υπηρετήσει στο σχολείο ενός νησιού. Ένας μαθητής του σχολείου, ο Φάνης, έχασε πρόσφατα τα μαλλιά του από μια αρρώστια. Στο απόσπασμα που ακολουθεί θα παρακολουθήσουμε τη στιγμή κατά την οποία ο Φάνης επιστέφει στο σχολείο μετά την πάροδο της ασθένειας. Η κυρία Διονυσία είναι δασκάλα στο σχολείο. Η Τζόυ είναι η μητέρα του Φάνη. Τα παρατσούκλια ανήκουν σε μαθητές του σχολείου.
[...]
Ο δάσκαλος εξηγεί:
- Τους βλέπετε; Όλοι σχεδόν φοράνε καπέλο. Είναι γιατί κουρεύτηκαν με την ψιλή.
- Τιιι;
- Μάλιστα, καλά το ακούσατε. Δεν έμεινε τίποτα, γενική αποτρίχωση, θα ‘λεγα, για να μην πω αποψίλωση[2]. Για να πάρετε μια ιδέα, δεν έχετε παρά να προσέξετε αυτά τα μικρά, τα ξεσκούφωτα. Να, για παράδειγμα, ο Θεμιστοκλής με το Σταυρονικήτα. Έχετε ξαναδεί τα κεφάλια τους έτσι, γυμνά;
Η κυρία Διονυσία είχε μείνει άφωνη. Ψέλλισε[3] κάτι τέτοιο: «Όλοι… Τι σημαίνει αυτό; Δεν καταλαβαίνω…».
- Μα ποιος τους είπε να κουρευτούν;
- Κανείς. Κουρεύτηκαν με τη θέλησή τους.
- Μνήσθητί μου, Κύριε![4]… Γιατί, καλέ;
- Γιατί σήμερα ξαναγυρίζει ο Φάνης σχολείο. Ε, και λοιπόν; Τι σχέση έχει αυτό;
- Μα δεν καταλαβαίνετε, κυρία Διονυσία; Από συμπαράσταση κουρεύτηκαν τα παιδιά…
Χρειάστηκε λίγα δευτερόλεπτα η γυναίκα για να μπει στο νόημα. Ο Βασίλης είδε αμέσως τα γουρλωμένα μάτια της ν’ αλλάζουν έκφραση και να βουρκώνουν… Υποχώρησε βγαίνοντας έξω διακριτικά, την ώρα που ανοιγόκλεινε τα συρτάρια τους, ότι τάχατες κάτι ψάχνει, μάλλον ένα μαντίλι για να σκουπίσει τα μάτια της.
Ήταν γραφτό για την κυρία Διονυσία να ‘ναι η μεγάλη μέρα συγκινήσεων και εκπλήξεων, με αποκορύφωμα το κεφάλι του δασκάλου, που θα το δει τώρα σε λίγο. Γενικά, όλος ο γυναικείος πληθυσμός του σχολείου άναυδος θα παρακολουθήσει μια εξαίσια παράσταση. Πολλά μάτια του γυναικείου πληθυσμού θα δακρύσουν.
Η Αποκάλυψη, μ’ άλλα λόγια, έγινε με τον ακόλουθο τρόπο:
Ο αέρας κόπηκε ξαφνικά, λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι για μέσα. Οι τάξεις παρατάχτηκαν στη γραμμή, μπροστά στις σκάλες, για την πρωινή προσευχή. Φορούσαν όλοι καπέλα, που θα τα ‘βγαζαν με το σύνθημα του δασκάλου τη στιγμή που θα ‘φτανε ο Φάνης.
Τον έφερε αυτοκίνητο, που σταμάτησε έξω απ’ την αυλόπορτα. Τον συνόδευε η Τζόυ. Προχώρησε δισταχτικά να πάρει τη θέση του. Είχε σηκωμένους τους γιακάδες του και φορούσε τη σκούφια του χωμένη ως τ’ αυτιά.
Τότε ακριβώς δόθηκε το σύνθημα για την πρωινή προσευχή. Με μια απότομη κίνηση ο Βασίλης ο δάσκαλος έβαλε το καπέλο του. Αμέσως και σαν ένας άνθρωπος τα παιδιά έβγαλαν τα δικά τους, που ήταν διαφόρων ειδών: από τραγιάσκες, ρεπούμπλικες[5], πλεκτές σκούφιες, καουμπόικα και στρατιωτικά…
Το θέαμα που παρουσιάστηκε ολομεμιάς κάτω απ’ τον ήλιο ήταν μεγαλειώδες!
Σειρές από γυμνά κεφάλια, διαφόρων σχημάτων, με ξάστερα πρόσωπα (και μεγάλα αυτιά, φυσικά), να προσεύχονται ευλαβικά και παράφωνα και προπαντός αμέριμνα για το χάλι τους. Μόνο μια ερωτηματική ταραχή δημιουργήθηκε στα κορίτσια. Το ίδιο και στο Φάνη.
Τα πρώτα κεφάλια που αντιλήφθηκε ήταν τα δυο μπροστινά, που έτυχε ν’ ανήκουν το ένα στον «Καζανόβα» και τ’ άλλο στο «Γιάννη το Λήσταρχο». Γυρίζει στο πλάι και βλέπει τον Αριστείδη. Γυρίζει πίσω του και βλέπει το «Στρατηγό» μ’ ένα κεφάλι μακρόστενο σαν πεπόνι. Όλοι έκαναν τον αδιάφορο, σαν να μην τον είδαν.
Στην αρχή του φάνηκε ανεξήγητο. Κατάλαβε, όταν πρόσεξε και όλα τ’ άλλα κουρεμένα κεφάλια Τα μάτια του έλαμψαν. Ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Κάνει μια απότομη κίνηση σαν να πετάει μακριά ένα βάρος και βγάζει κι αυτός τη σκούφια του.
Στο μεταξύ η κυρία Διονυσία, που είχε πανοραμική άποψη απ’ τις σκάλες, έπαιρνε μια νέα συγκίνηση, ακόμα πιο δυνατή:Ποτέ δεν την είδε και δεν την άκουσε έτσι την πρωινή προσευχή. Ένας κόμπος της έκλεισε το λαιμό. Δεν πρόλαβε όμως να εκδηλωθεί, γιατί προηγήθηκε μια νέα κατάπληξη: Καθώς αντιλήφθηκε το δάσκαλο να βγάζει το μαύρο καπέλο του, γυρίζει απότομα και αντικρίζει ένα τόσο αστείο κεφάλι, που σίγουρα θα γελούσε, αν δεν ήταν έτοιμη να κλάψει.
Η Τζόυ, όμως, που τα είδε όλα απ’ την αυλόπορτα, έκλαψε.
Λεξιλόγιο
[1] Το μυθιστόρημα βασίζεται σε ένα αληθινό περιστατικό που ο συγγραφέας το διάβασε στις εφημερίδες την Άνοιξη του 1994. Οι ήρωές του ωστόσο είναι πρόσωπα φανταστικά.
[2] Αποψίλωση: πλήρης καθαρισμός μιας περιοχής από κάθε είδους βλάστηση. Μεταφορικά σημαίνει πλήρες κούρεμα, χωρίς να μείνει στο κεφάλι ούτε τρίχα.
[3] Ψελλίζω: ψιθυρίζω, μιλώ χαμηλόφωνα.
[4] Μνήσθητί μου, Κύριε: Θυμήσου με, Κύριε. (Φράση από το ευαγγέλιο, που φανερώνει την έκπληξή μας για κάτι.)
[5] Ρεπούμπλικες: μαλακά καπέλα από καστόρι ή από άλλο ύφασμα.
