[Ετοιμασίες για εκστρατεία] Επιλεγμένα αποσπάσματα από τη «Θεοφανώ» του Κ. Δ. Κυριαζή, εκδόσεις Εστία, 138 – 171
Η θάλασσα γύρω από τη Βασιλεύουσα… είχε πήξει στα πλεούμενα. Από βαρείς δρόμωνες, από χελάνδια, παμφύλους και ουσίες[1], από τα μακριά και στενά πολεμικά καράβια μέχρι τα στρογγυλά μεταγωγικά που θα κουβαλούσαν το στρατό που θα ξέπλενε την προσβολή που είχαν κάνει στην αυτοκρατορία οι Άραβες, το στρατό και το στόλο που θα σήκωνε πάνω στις επάλξεις του Χάνδακα(♦) το πολεμικό φλάμπουρο του Αυτοκράτορα της Ρωμηοσύνης, ποδοπατώντας τη μαύρη μπαντιέρα του Προφήτη.
Οι ετοιμασίες είχαν τελειώσει. Τα δυο χιλιάδες πολεμικά και οι χίλιοι και παραπάνω δρόμωνες είχαν γεμίσει από στρατό. Οι ερέτες[2] και οι ναυμάχοι ντυμένοι με τις σιδερένιες στολές τους είχαν πάρει από πολύ πρωί τις θέσεις τους. Οι τόσες χιλιάδες του στρατού… είχανε μπει στα καράβια τους με τάξη παραδειγματική κάτω από το άγρυπνο μάτι του [Δομέστικου των Σχολών της Ανατολής[3], Νικηφόρου] Φωκά[4] και του Κοιτωνίτη Μέγα Δρουγκάριου[5] Μιχαήλ, του αρχιναυάρχου του Ρωμανού. Βαράγγοι[6], Ρως, Αρμένιοι, Ταυροσκύθες, Θράκες, Μακεδόνες, Σκλαβήνοι, Τουρμάτζοι, στρατιώτες από τα Θέματα της Ανατολής και της Δύσης, ξένοι μισθοφόροι, ειδωλολάτρες και Χριστιανοί, αποτελούσαν ένα ενιαίο σύνολο, μια στρατιωτική δύναμη πειθαρχημένη και εμπειροπόλεμη που κάτω από τις διαταγές ικανού αρχηγού θα μπορούσε να κάνει θαύματα αληθινά. Ξανθοί, μελαγχροινοί, γίγαντες και βραχύσωμοι, ωπλισμένοι με πελέκια, σπαθιά κοντάρια, θώρακες και ασπίδες σιδερένιες ή από πετσιά βοδιού ραμμένα το ένα απάνω στο άλλο, γενειοφόροι με μακριά μαλλιά ή μόνο με μουστάκια… στρατιώτες ξένοι και Ρωμηοί. Στολές γεμάτες χρυσάφι ή ασήμι, όπλα και σπαθιά στολισμένα με πολύτιμες πέτρες, με λαβές που λαμποκοπούσαν στον ήλιο, Δρουγγάριοι, Τουρμάρχες και Κατεπάνω[7]. Καράβια φρεσκοβαμμένα, φρεσκογυαλισμένα, γεμάτα φλάμπουρα και εικόνες της Παναγιάς της προστάτιδας της Πόλης ζωγραφισμένες στα πανιά, σήματα με τον αετό, λάβαρα με το μονόγραμμα του Χριστού. Βάρκες που πηγαινοέρχονταν… μεταφέροντας τους πρωτοκάραβους που είχαν πάρει τις τελευταίες διαταγές από τον Μέγα Δρουγγάριο Μιχαήλ. Κόσμος συναγμένος στα θαλασσινά τειχιά της Βασιλεύουσας, λαός πολύχρωμος, πολύβοος, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, γερόντισσες, γέροι που προσπαθούσαν να ξεχωρίσουν ένα καράβι μέσα στα τόσα, το καράβι που ήταν μέσα το παιδί τους, ο πατέρας, ο αδελφός, ο άνδρας… Παλαιοί πολεμιστές που σκούπιζαν ένα κρυφό δάκρυ, γιατί δε θα μπόραγαν να λάβουν κι εκείνοι μέρος στην εκστρατεία. Έμποροι που τρίβανε τα χέρια τους από χαρά, γιατί είχανε αδειάσει οι αποθήκες τους για να εφοδιάσουν τον Στρατό… […]
Ήχοι στριγκοί, βραχνοί, μεταλλικοί, υπόκωφοι, σα να βροντούσε ο ουρανός, φωνές, ζητωκραυγές, καμπάνες που ηχούσανε χαρμόσυνα… [Από] την είσοδο της Πύλης του Βουκολέοντα, του βασιλικού λιμανιού… είχαν ξεχυθεί περπατώντας τέσσερις – τέσσερις στην γραμμή υψηλοί μαγλαβίτες[8], οι σωματοφύλακες του βασιλέα.
- Πολλά τα έτη σου, πολλά… πολλά! Ακούστηκε άγρια θάλασσα η φωνή του πλήθους, καθώς ακολουθώντας την πατροπαράδοτη τάξη άρχισαν να βγαίνουν από την πύλη οι ανώτεροι αξιωματούχοι που ώδευαν πρώτοι στην πομπή του βασιλέα. [...]
Προχώρησαν οι ανώτεροι αξιωματούχοι, πήραν τις θέσεις τους επάνω στην εξέδρα που είχε στηθεί στην μαρμάρινη αποβάθρα και ενώ οι ζητωκραυγές από μέσα από τη βασιλεύουσα πλήθαιναν και γίνονταν όλο και πιο δυνατές φθάνοντας στα μεσούρανα, φάνηκε ο αυτοκράτορας μαζί με τον Πατριάρχη. Ήταν όμορφος ο Ρωμανός μέσα στο ολόχρυσο σκαραμάγγιό[9] του που έλαμπε από τις πολύτιμες πέτρες και φορούσε περήφανος το βαρύ στέμμα των αυτοκρατόρων της Ρωμηοσύνης που αστραποβολούσε κάτω από τον καυτερό ήλιο του Ιούλη. Πήραν τη θέση του ο Ρωμανός και ο Πατριάρχης πάνω στην εξέδρα, όπου φτερούγισαν πολύχρωμα τα λάβαρα και οι σημαίες, στάθηκαν κάτω ακίνητοι, αγάλματα σωστά, οι σωματοφύλακες, ανέβηκαν οι συγκλητικοί, ο ανώτατος Κλήρος, οι μεγάλοι άρχοντες της Αυτοκρατορίας και η εξέδρα γέμισε μετάξι, χρυσάφι, ασήμι και κοσμήματα. Η μεγάλη στιγμή είχε πλησιάσει. Ο Πατριάρχης θα έδινε την ευχή του και ο στόλος, τα δυο χιλιάδες πολεμικά, οι χίλιοι δρόμωνες, και τα τριακόσια καράβια που κουβαλούσαν ζωοτροφές και μηχανήματα για την πολιορκία θα λεβάριζαν[10] τις άγκυρές του και θα ξεκινούσαν για τη μεγάλη εκστρατεία… Σάλπιγγες, βούκινα, κρόταλα, κύμβαλα, όλα μαζί άρχισαν να ηχούνε, να βροντοφωνούνε την απόφαση των μαχητών να νικήσουν ή να πεθάνουν για… τον Ρωμανό τον Β΄ τον αυτοκράτορα της Ρωμηοσύνης. […]
- Πολλά τα έτη σου, Νικηφόρε! Ξαναβούιξε το πλήθος, όταν ο Πατριάρχης έτεινε ένα χρυσό Ευαγγέλιο στο Φωκά, για να το ασπασθεί. Πολλά τα έτη και με τη νίκη. Η Παναγιά η Οδηγήτρια να σε έχει κάτω από τη σκέπη της!
Προσκύνησε ξανά τον Βασιλέα ο Δομέστικος και με γρήγορα βήμα κατέβηκε από την εξέδρα και πήδησε στη στολισμένη με χρυσά σκοινιά και μαξιλάρια βάρκα που τον περίμενε να τον μεταφέρει στο χελάνδιο που έφερε το όνομα της Παρθένου. Τότε, και ενώ όλοι συγκρατούσαν την αναπνοή τους, για να ακουστούν τα λόγια του Πατριάρχη, εκείνος [ο Πατριάρχης] σηκώθηκε από το κάθισμά του στην εξέδρα και με φωνή που παλλόταν από τη συγκίνηση ευλόγησε στο όνομα του Θεού, του Χριστού και της Παναγιάς της Οδηγήτριας τον στόλο που θα έφευγε για την μεγάλη εκστρατεία.
Ζύγωσε η βάρκα του Φωκά στο χελάνδιο και ο Δομέστικος ανέβηκε απάνω του και στάθηκε όρθιος στο ξυλόκαστρο τριγυρισμένος από τους ανώτερους αξιωματικούς του και όταν έσβησε από τα χείλη του Πατριάρχη και η τελευταία ευχή, σήκωσε το χέρι του και αμέσως ακούστηκε στριγκή μια σάλπιγγα και την λαλιά της την πήραν και άλλες σάλπιγγες στα άλλα τα καράβια μέχρι που ολόκληρη η θάλασσα βούιζε και αναταράχτηκε, καθώς άρχισαν να λεβάρουν τις άγκυρες τα χελάνδια, οι ουσίες, οι πάμφυλοι, οι δρόμωνες και τα χονδρά εμπορικά.
Άστραψαν τα κουπιά καθώς φτερώσαν στο χελάνδιο του Φωκά και ενώ άρχιζε υπόκωφος ο γδούπος του σφυριού του κελευστή, βυθίστηκαν στη θάλασσα, και η «Παναγία η Οδηγήτρια» έστριψε την πλώρη της προς τη θάλασσα του Μαρμαρά γράφοντας αυλάκι όλο αφρό στο διάβα της, καθώς ξεκίναγε πρώτη μέσα στα τόσα τα καράβια να περάσει τα στενά που θα την έβγαζαν στο γαλανό Αιγαίο. […]
Πέρασε ο πρώτος μήνας… Πέρασε και ο δεύτερος…
Κόντευε να τελειώσει ο Γενάρης, όταν έφθασε στη Βασιλεύουσα ο μαντατοφόρος του Φωκά. Ο Δομέστικος ζητούσε και άλλα όπλα και πολεμοφόδια, γιατί ετοιμαζότανε για τη μεγάλη επίθεσή του…
Ο Ρωμανός τον δέχτηκε στην μεγάλη αίθουσα των ακροάσεων, στο χρυσοτρίκλινο του Ιερού Παλατίου, καθισμένος στον ψηλό χρυσό θρόνο, περιστοιχισμένος από τους αυλικούς του… Δίπλα του σ’ έναν χαμηλότερο θρόνο καθόταν η Αυγούστα.
[Πολιορκία και άλωση του Χάνδακα]. Θεοφανώ, Κ. Δ. Κυριαζή, εκδόσεις Εστία, 193 – 207, (επιλεγμένα αποσπάσματα)
Ζύγωνε στο τέλος του ο Φλεβάρης, όταν έφθασαν στο βυζαντινό στρατόπεδο τα εφόδια που είχε ζητήσει ο Νικηφόρος και αμέσως άρχισε τις τελευταίες ετοιμασίες για την πρώτη επίθεση. Στήθηκαν οι καινούργιες μηχανές, οι στρατιώτες ακόνισαν τα όπλα τους και κάποιο πρωινό του Μάρτη αντήχησαν μέσα στο στρατόπεδο τα βούκινα και οι σάλπιγγες που καλούσαν τους άνδρες να πάρουνε τις θέσεις τους, για να ριχτούνε στα τείχη του Εμίρη… σπρώχνοντας μπροστά κοπάδια ατέλειωτα από αιχμαλώτους, για να μην τολμήσουν οι πολιορκημένοι να χτυπήσουν από μακριά εκείνους που πήγαιναν να κουρσέψουν την πρωτεύουσά τους. Κλαίγοντας και ξεφωνίζοντας χύθηκε μπροστά στην τάφρο το ανθρώπινο κοπάδι των Σαρακηνών[11] και πίσω του σε πυκνές σειρές με τις ασπίδες τους πάνω από τα κεφάλια τους ακολουθούσαν… οι στρατιώτες…
Πέρασε ο στρατός του Φωκά την τάφρο που ήτανε σκαμμένη μπροστά στο στρατόπεδό τους και ζύγωνε την τάφρο του Χάνδακα… Γεμάτοι θάρρος τώρα οι στρατιώτες του Χριστού ώρμησαν τρέχοντας, φωνάζοντας και σπρώχνοντας πάντα εμπρός τους τους αιχμαλώτους τους, ώσπου φθάσανε στα τείχη και σήκωσαν τις σκάλες που κρατούσανε και αρχίσαν το γιουρούσι… Μπήκαν στην πόλη οι Βυζαντινοί και τα σπαθιά τους στόμωσαν από τις σάρκες που κομμάτιασαν… Προχώρησαν μέσα στην πατημένη πόλη… έτρεξαν στην πλούσια συνοικία του Χάνδακα και άρχισαν να σπάζουνε τις πόρτες και να μπαίνουνε στα αρχοντόσπιτα, να αρπάζουν, να σκοτώνουν, να ατιμάζουν…
[Η θριαμβική είσοδος του Νικηφόρου Φωκά στη βασιλεύουσα μετά την θριαμβευτική άλωση του Χάνδακα], Θεοφανώ, Κ. Δ. Κυριαζή, εκδόσεις Εστία, 225 – 229, (απόσπασμα)
Δεν είχε ακόμα καλοφέξει, όταν ο Λαός, πολύβοος, ξεχύθηκε στους δρόμους της Θεοφύλακτης[12] να πάρη θέση, να δη, να ζητωκραυγάση το Δομέστικο[13] που θα εκτελούσε τον πεζικό του θρίαμβο. Από νωρίς ο [αυτοκράτορας] Ρωμανός[14]… ετοιμαζόταν για τον θρίαμβο του Φωκά. Βαρυγγομώντας άφησε να του φορέσουν το βαρύ σκαραμάγγιο[15], τα πορφυρά καμπάγια[16], το στέμμα που λαμποκοπούσε από πολύτιμα πετράδια και όταν οι κουβικουλάριοι[17] και οι πατρίκιοι[18] της ακολουθίας του τον στόλισαν και τον ετοίμασαν, χρυσό, ζωντανό, χλωμό άγαλμα, πέρασε από τις άπειρες αίθουσες του Ιερού Παλατίου όπου ήταν συγκεντρωμένο το αρχοντολόι, άκουσε με αδιαφορία τις ζητωκραυγές του που επαναλαμβάνονταν αιώνες τώρα σε κάθε όμοια περίσταση, κατέβηκε τις μαρμάρινες σκάλες, καβάλλησε το ολόασπρο άλογό του και η πομπή, που άρχιζε από τον Πρωτοστράτορα[19] που κράταγε το βασιλικό δόρυ με το κόκκινο βαρύ μεταξωτό ύφασμα και το καρφωμένο από πάνω του τίμιο ξύλο, τραντάχτηκε και κίνησε για τη Μεγάλη Εκκλησιά.
Φώναζε ο Λαός στον δρόμο και οι ζητωκραυγές του έρχονταν σαν βοή στ’ αυτιά του Ρωμανού.
- Πολλά τα έτη σου, Βασιλέα. Πολλά. Πολλά.
Φώναζε και χειρονομούσε ο Λαός κι εκείνος ολόστητος στο άλογό του έφθασε στο Αυγουσταίο[20] την ίδια στιγμή που και ο Πατριάρχης καβάλλα σ’ ένα γαϊδουράκι ερχότανε να τον προϋπαντήσει, τριγυρισμένος από το παπαδολόι που φορούσε τα πιο λαμπρά του άμφια.
Ξεπέζεψαν ο Ρωμανός και ο γέρο Πατριάρχης, ο Πολύευκτος, φιλήθηκαν και μαζί μπήκαν στην Αγιά Σοφιά, ενώ οι ψάλτες και το παπαδολόι έψελναν ύμνους για την Υπέρμαχο Παρθένο, για την αήττητη Στρατηγό που χάρισε τη νίκη στα όπλα του Θεόσεπτου Αυτοκράτορα.
Ντυμένο με τα γιορτινά του το ανώνυμο πλήθος, οι αστοί, οι έμποροι, οι εργάτες, οι γυναίκες, τα παιδιά, είχε από νωρίς συγκεντρωθεί γύρω από την κλειστή πύλη[21] περιμένοντας τη στιγμή που θα άνοιγε, τη στιγμή που ο Λογοθέτης του δρόμου [22] θα έβαζε πάνω στο δασόμαλλο κεφάλι του Φωκά[23], το χρυσό στεφάνι, τη στιγμή που ο στρατηλάτης θα έμπαινε στη Βασιλεύουσα, για να τη διασχίση ολόκληρη με το στρατό του, τους αιχμαλώτους του, τα λάφυρά του, για να φτάση στη Μεγάλη Εκκλησιά, για να γίνη επίσημα δεκτός από τον Αυτοκράτορα.
Άνοιξε κάποτε τρίζοντας η πύλη, αντήχησαν οι σάλπιγγες και ο Νικηφόρος ντυμένος με τη λαμπρή στολή του Δομέστικου των Σχολών της Ανατολής προχώρησε πρώτος αφήνοντας πίσω τους Τουρμάρχες[24] του και τους Κατεπάνω[25] και ενώ ο Λαός ξελαρυγγιαζόταν από τις ζητωκραυγές, ο Λογοθέτης του δρόμου ακούμπησε πάνω στο γυμνό κεφάλι του το χρυσό στεφάνι του νικητή.
Αντήχησαν οι σάλπιγγες και ο Φωκάς άρχισε να βαδίζη στο λιθόστρωτο φαρδύ δρόμο που οδηγούσε στη Μεγάλη Εκκλησιά. Προχωρούσε ο Φωκάς και πίσω του ερχόταν μια τούρμα στρατιώτες με γυαλισμένα τα όπλα τους, τους θώρακές τους και τις ασπίδες τους και πίσω τους ακολουθούσε το θλιβερό κοπάδι των αιχμαλώτων, οι οφικιάλιοι του Κουρουπά[26], οι στρατιώτες του, γυναίκες, παιδιά, άμαχοι.
Έρραινε ο Λαός με άνθη από τα ηλιακά, τα παράθυρα και τις ταράτσες το θριαμβευτή κι εκείνος περπατούσε με το κεφάλι ψηλά με το χρυσό στεφάνι που γυάλιζε κάτω από τις ακτίνες του ήλιου πάνω στα κατάμαυρα μαλλιά του. Φώναζε και χειρονομούσε ο Λαός και ο Νικήτας που πρώτη φορά έβλεπε θρίαμβο, που πρώτη φορά έπαιρνε μέρος σε επινίκεια, κοιτούσε συνεπαρμένος τις χιλιάδες δάδες που έκαιγαν σε όλο το μάκρος του δρόμου που ακολουθούσαν, τους λέβητες με τα αναμμένα κάρβουνα που σκόρπιζαν γύρω τους αρώματα από λιβάνι και θυμίαμα, τα χαλιά που είχαν κρεμασμένα έξω από τα παραθύρια οι πλουσιοαστοί και οι άρχοντες, τα ασημένια και τα χρυσά σκεύη που φάνταζαν πάνω στα πρεβάζια ακουμπισμένα πάνω σε βαρύτιμα υφάσματα. Προχωρούσε πάντα η θριαμβευτική πομπή πάνω στο ραντισμένο με αρώματα και στολισμένο με άνθη δρόμο, ώσπου ζύγωσε στο Αυγουσταίο, τη μεγάλη πλατεία μπροστά από την Αγιά Σοφιά και κει απότομα σταμάτησε υπακούοντας σ’ ένα σάλπισμα του σαλπιγκτή που πήγαινε δίπλα στο Φωκά. Σταμάτησε η πομπή, οι στρατιώτες έμειναν ακίνητοι στις θέσεις τους και από τις τάξεις των αιχμαλώτων πέρασε ένα ρίγος. Ο Δομέστικος θα έμπαινε στην Αγιά Σοφία να τον υποδεχθή ο Αυτοκράτορας και ύστερα, όταν θα πήγαινε ο Ρωμανός στον Ιππόδρομο, θα γινόταν η ταπείνωση των ηττημένων. […]
Πήγε ο Ρωμανός στο Ιερό Παλάτιο, ο Φωκάς στον Ιππόδρομο και την ωρισμένη ώρα ο Βασιλέας με την ακολουθία του ήρθε και κάθισε στο «κάθισμα[27]» και το βλέμμα του παγωμένο καρφώθηκε πάνω στην ατέλειωτη σειρά των αιχμαλώτων, στις σαρακηνές[28] παντιέρες που κρατούσαν οι στρατιώτες του Φωκά, στις ιππουρίδες, στα όπλα, στα άλογα, στις καμήλες, στις γυναίκες που έτρεμαν και προσπαθούσαν να κρύψουν το πρόσωπό τους να μη βλέπουν οι νικητές τα δάκρυα που τρέχανε από τα μάτια τους… …ο Μέγας Πραιπόζιτος[29] είχε γυρίσει προς το μέρος του και τον κοιτούσε σαν να του έλεγε ότι όλα ήταν έτοιμα, για να αρχίση η τελετή.
Κούνησε ελαφριά το κεφάλι του ο Ρωμανός και ο αυτοκρατορικός κήρυκας χτύπησε τρεις φορές με το σιδερένιο ραβδί του τη μετάλλινη ασπίδα κρεμασμένη σε ικρίωμα… ο κράχτης των Βένετων άρχισε να ψάλλη μια ψαλμωδία που πήραν χιλιάδες στόματα.
- Δόξα τω Θεώ τω θραμβεύσαντι τους Άγαρ. Δόξα τω Θεώ τω πορθήσαντι τας πόλεις των Αράβων. Δόξα των Θεώ τω απολέσαντι τους αρνητάς της Θεοτόκου.
Βούηξε ο Ιππόδρομος κάτω από τις ψαλμωδίες κι όταν τελείωσε και η τελευταία στροφή οι αιχμάλωτοι, υπακούοντας στη διαταγή που τους έδωσαν οι Βυζαντινοί Τουρμάρχες, πέσανε στα γόνατά τους. Ενώ συγχρόνως μ’ έναν θόρυβο υπόκωφο γκρεμίζονταν οι σημαίες και τα όπλα τους που κρατούσαν μέχρι κείνη τη στιγμή οι στρατιώτες του Φωκά. Τότε, πριν ακόμα διαλυθή η σκόνη που σηκώθηκε από το ρίξιμο χιλιάδων όπλων, φώναξαν οι κράχτες και τη φωνή τους την πήραν πάλι χιλιάδες στόματα:
- Έπεσαν οι εχθροί ημών Θεοκρίτως!
Τότε ο Πρωτονοτάριος[30] του Δρόμου που βρισκόταν κάτω στο στίβο υποχρέωσε τον Κουρουπά[31]να ανέβη μαζί του τα σκαλοπάτια του καθίσματος και, όταν έφθασε μπροστά στον Ρωμανό, τον έρριξε χάμω με μια απότομη κίνηση και παίρνοντας το δεξί πόδι του Βασιλέα το έβαλε πάνω στον πεσμένο χάμω Εμίρη, ενώ συγχρόνως ο Πρωτοστράτωρ ακουμπούσε το δόρυ που κρατούσε ο Ρωμανός στο δεξί του χέρι στον τράχηλο του νικημένου.
- Πολλά τα έτη του Βασιλέως του μεγίστου, του ευσεβάστου, του αεί νικητού. Πολλά τα έτη του ενδοξοτάτου Δομέστικου Νικηφόρου του Φωκά, ξέσπασε πάλι σε ζητωκραυγές το πλήθος όταν είδε τον Εμίρη ταπεινωμένο στα πόδια του ακίνητου και ψυχρού Αυτοκράτορα.
Ταπεινώθηκε ο Κουρουπάς μπρος σε χιλιάδες μάτια, το τυπικό του θριάμβου τέλειωσε από την πλευρά του Αυτο/ρα και ευθύς μετά, ενώ ο Εμίρης πήγαινε οδηγημένος από τον Πρωτοστράτορα να καθήση στις βαθμίδες των Βένετων, όπου βρισκόταν ήδη το συγγενολόι του, δείγμα ότι ο Ρωμανός δεν θα τον έκλεινε στη φυλακή, άρχισε η παρέλαση του στρατού και των αιχμαλώτων μπροστά στην ανθρωποθάλασσα που δεν έπαυε να φωνάζη τον ενθουσιασμό της.
Ώρες ολόκληρες περνούσανε οι αιχμάλωτοι, τα λάφυρα, τα χρυσά φορέματα, οι θησαυροί του Εμίρη, τα όπλα του στρατού, στιβαγμένα σε καρρότσια, οι παντιέρες του, τα περήφανα άλογά του. Ζητωκραύγαζε ο Λαός και η φωνή του έφθανε σα βουή μανιασμένου πόντου μέχρι την εκκλησία της Αγίας Μαρίας των Χαλκοπρατείων[32], όπου πίσω από τα κιγκλιδώματα καθισμένη σ’ ένα θρόνο πιο όμορφη από ποτέ και περιτριγυρισμένη από ευνούχους και ζωστές πατρικίες, η Θεοφανώ[33], θωρούσε την επινίκεια πομπή, ενώ μέσα της αναλογιζόταν την χθεσινή βραδιά στην αγκαλιά του νικητή…
Λεξιλόγιο
♦Χάνδακας: Ονομασία του Ηράκλειου της Κρήτης από τους Άραβες. Από την οχυρωματική τάφρο, που εκτεινόταν από θάλασσα σε θάλασσα στην μια πλευρά της πόλης, οι Σαρακηνοί ονομάτισαν την πόλη αυτή بض الخندق = ραμπντ αλ χάντακ (Φρούριο της Τάφρου), ή απλούστερα Χάντακ.
[1] δρόμων, χελάνδιον, πάμφυλος, ουσία: Δρόμων: ο επικρατέστερος τύπος πλοίου του Βυζαντινού πολεμικού ναυτικού. Ήταν πολύ γρήγορο και ευκίνητο πλοίο, επιθετικό αλλά και αμυντικό. Χελάνδιον: συνδυασμός βυζαντινού πολεμικού πλοίου με μεταφορικό, ώστε να μάχεται και να μεταφέρει φορτία. πάμφυλοι, ουσίες: βυζαντινά πολεμικά πλοία.
[2] ερέτης: κωπηλάτης
[3] δομέστικος των σχολών: σημαντικό στρατιωτικό αξίωμα. Από τα μέσα του 9ου ως τον 12ο αι. αρχιστράτηγος. Κατά τον 13ο – 15ο αι. ξέπεσε σε έναν μεσαίο, απλό τιμητικό αυλικό τίτλο.
[4] [4] Νικηφόρος Β΄ Φωκάς: ανώτατος αξιωματικός του στρατού, δομέστικος των σχολών της Ανατολής, και μετέπειτα αυτοκράτορας (963 – 969) στη θέση του Ρωμανού Β΄ που πέθανε υπό μυστηριώδεις συνθήκες, κατά μία εκδοχή δολοφονημένος από την Αυγούστα Θεοφανώ, η οποία σύμφωνα με κάποιες πηγές εμπλεκόταν και στη δολοφονία του πεθερού της, Κωνσταντίνου Ζ΄ πορφυρογέννητου.
[5] μέγας δρουγγάριος: Ναύαρχος
[6] Βαράγγοι: Βάραγγοι ή Ρως. Σκανδιναβοί Βίκινγκς, μισθοφόροι ξένοι πολεμιστές, που υπηρέτησαν στο βυζαντινό στρατό ως μισθοφόρο και αποτέλεσαν την ιδιαίτερη αυτοκρατορική φρουρά.
[7] δρουγγάριοι, τουρμάρχες, κατεπάνω: βυζαντινοί τίτλοι αξιωματικών του στρατού
[8] μαγκλαβίτης: σωματοφύλακας του αυτοκράτορα, εξοπλισμένος με το «μαγκλάβιον» (ένα είδος ραβδιού) αλλά και με ξίφος και δίκοπο τσεκούρι.
[9] σκαραμάγγιο: Είδος στρατιωτικού παλτού, πού φορούσαν ὁ βασιλιάς και οι ακόλουθοί του, όταν ταξίδευαν.
[10] λεβάρω: σηκώνω ψηλά, ανασηκώνω, σηκώνω ψηλά, τραβώ κατά πάνω
[11] σαρακηνοί: Ο όρος Σαρακηνοί είναι ελληνικός και προέρχεται από την αραβική λέξη شرقيين sharqiyyin («ανατολίτες»). Οι Άραβες σύμφωνα με παλιά δυτικά ιστορικά κείμενα. Κατά το Μεσαίωνα σήμαινε τους και κατά τις Σταυροφορίες δηλώνει τους Άραβες, Κούρδους, Τούρκους, Πέρσες, κλπ. αντιπάλους των χριστιανικών κρατών.
[12] Θεοφύλακτη [πόλη]: αυτή που τη φυλάγει ο Θεός (προσωνύμιο της Κωνσταντινούπολης)
[13] Δομέστικος: αξίωμα της στρατιωτικής και της πολιτικής διοίκησης «μέγας δομέστικος» — αρχιστράτηγος, «δομέστικος των σχολών» — αρχιστράτηγος των εκστρατειών στην Ανατολή. Η προέλευση της λέξης είναι λατινική (domesticus = οικείος)
[14] Ρωμανός Β΄: ήταν γιος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ’, της δυναστείας των Μακεδόνων βασιλέων (αρχές 10ου αι.)
[15] Σκαραμάγγιο: χιτώνας που φορούσαν οι αυτοκράτορες στις επίσημες τελετές
[16] Καμπάγια: είδος στρατιωτικού υποδήματος (λατινική ετυμολογία). Τα campagi του αυτοκράτορα ήταν βαμμένα πορφυρά και διακοσμημένα με χρυσό και κοσμήματα.
[17] Κουβικουλάριος: (Βυζάντιο) αξιωματούχος επιφορτισμένος με τη φρούρηση και τακτοποίηση των κοιτώνων των βασιλέων ή άλλων αρχόντων.
[18] Πατρίκιος: τίτλος ευγενείας της αυλής του αυτοκράτορα
[19] Πρωτοστράτορας: αυλικό και στρατιωτικό αξίωμα. Έφερνε το άλογο και κρατούσε τα χαλινάρια όταν ο Αυτοκράτορας ανέβαινε στο άλογο.
[20] Αυγουσταίον: πλατεία της Κωνσταντινούπολης, μεταξύ της Αγίας Σοφίας και της εισόδου του Μεγάλου Παλατίου.
[21] Πύλη: η χρυσή πύλη, η δεύτερη κατά σειρά είσοδος στα διπλά χερσαία τείχη της Κωνσταντινούπολης που κατασκεύασε ο Θεοδόσιος Β΄, στα βόρεια της θάλασσας του Μαρμαρά. Πρόκειται για την Πύλη από την οποία γινόταν η θριαμβική είσοδος του αυτοκράτορα στην Πόλη, όταν γιόρταζαν στρατιωτικές νίκες ή άλλα σημαντικά γεγονότα.
[22] Λογοθέτης του Δρόμου: αξιωματούχος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Έγινε βαθμιαία ένα είδος πρωθυπουργού. Εξασφάλιζε την επικοινωνία του κέντρου και των επαρχιών, τη μεταβίβαση κρατικών λειτουργών και την διαβίβαση κυβερνητικών εντολών, διατηρούσε επαφές με τους πρεσβευτές που διακινούνταν στο αυτοκρατορικό έδαφος, επιτηρούσε τις ξένες διπλωματικές αποστολές, συνέλεγε πληροφορίες…
[23] Νικηφόρος Β΄ Φωκάς: ανώτατος αξιωματικός του στρατού, δομέστικος των σχολών της Ανατολής, και μετέπειτα αυτοκράτορας (963 – 969) στη θέση του Ρωμανού Β΄ που πέθανε υπό μυστηριώδεις συνθήκες
[24] Τουρμάρχης: ο διοικητής της τούρμας, μονάδας του βυζαντινού στρατού (λατινική προέλευση)
[25] Κατεπάνω: ανώτατος πολιτικός και στρατιωτικός άρχοντας που διοικούσε το κατεπανάτο (μεγάλο θέμα)
[26] Αβδούλ Αζίζ ιμπν Σουαΐμπ ή Κουρουπάς: ο τελευταίος Άραβας (Σαρακηνός) Εμίρης της Κρήτης, που αιχμαλωτίσθηκε από τον Νικηφόρο Φωκά σε εκστρατεία του στη μεγαλόνησο το 961.
[27] Κάθισμα: το αυτοκρατορικό θεωρείο στον Ιππόδρομο
[28] Σαρακηνοί: οι Άραβες, κατ’ επέκτασιν οι ανατολίτες, οι μουσουλμάνοι
[29] Μέγας Πραιπόζιτος: αρχιευνούχος τού βασιλικού ανακτόρου, που ασκούσε μεγάλη επιρροή στις υποθέσεις τού κράτους
[30] πρωτονοτάριος: πολιτικός άρχοντας του θέματος, λεγόταν επίσης κριτής και δικαστής
[31] Κουρουπάς: ο τελευταίος Άραβας εμίρης της Κρήτης που αιχμαλωτίστηκε από τον Νικηφόρο Φωκά σε εκστρατεία (961).
[32] χαλκοπρατεία: σπουδαία κεντρική συνοικία της Κων/πολης, πάνω από τη μέση οδό, δεξιά από το φόρουμ του Κων/νου, όπου ήταν όλα σχεδόν τα χαλκουργεία της Πόλης
[33] Θεοφανώ: αυτοκράτειρα του Βυζαντίου, σύζυγος τριών αυτοκρατόρων, του Ρωμανού Β” του Νικηφόρου Φωκά και του Ιωάννη Τζιμισκή, και μητέρα του Βασίλειου Β΄ Βουλγαροκτόνου.
