Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Μενέλαου Λουντέμη, Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1977
Μέρος 1ο. Κεφ. 7ο. Οι πρώτες μέρες [στο Γυμνάσιο] φεύγανε μπερδεμένες… Η αίθουσα της πρώτης τάξης πέφτει δυσμικά. Τα πρωινά είναι ισκιερή, μα τ’ απόγεμα τη σκοτώνει ο ήλιος. Τους βάλανε να κόψουν τα μαλλιά τους. Δυο τρία ζιζάνια, όμως, που τα δασκαλέψανε οι μεγάλοι, καμώθηκαν ότι έχουν πονόματο και γλυτώσανε το κούρεμα. Ήταν απ’ τα πίσω θρανία, όλοι περσινοί, που ο παπάς τους έλεγε «Πέρσες». Ένας του πίσω θρανίου… ήταν ένα ανήσυχο παιδί με καψαλισμένο μαλλί σαν κουνάβι, που θεωρούνταν «ο βασιλεύς των Περσών»… Αυτό το παιδί είχε γεννηθεί μαζί με την κακοκεφαλιά. Σε όλα έκανε τ’ ανάποδα. Τ’ όνομά του ήταν Δακρυτζίκος ή Χρηστίδης, μα ο θρησκευτικός τον βάφτισε Αχρηστίδη και του ‘μεινε. Απόφευγε τα γράμματα σαν να ήταν σπυριά. Είχε για σωματοφύλακες δύο άλλα ζιζάνια, τον Κούρκουλο και τον Χαμωλιά… Ένα παιδί ήσυχο και κίτρινο σαν κασέρι, ήταν πρώτο στα Θρησκευτικά μα τελευταίο στ’ άλλα. Τον λέγανε Χατζηαστερίου…
[Το ακόλουθο στιγμιότυπο διαδραματίζεται στην ώρα των μαθηματικών με τον κ. Καρλάφτη.]
Μέρος 1ο. Κεφ. 10ο. Πήρε φωτιά για καλά το καζάνι του σκολειού κι έβραζε ολημερίς. Οι τάξεις βουίζουνε σαν κουτιά γεμάτα έντομα. Από καιρό σε καιρό μοναχά ακούεται απ’ την αυλή σαν αντίλαλος η φωνή της γυμνάστριας που δίνει παραγγέλματα. «Μεσολαβήη-έν!».
Ο Χαμωλιάς ρουφάει τη μύτη του σα ναργιλεδάκι. Στην έδρα στέκεται βαρύς ο κύριος Καρλάφτης. Με τα μάτια κόκκινα ψαρεύει «κούτσουρα».
- Το ξέρετε όλοι το μάθημα; Τους ρωτά.
- Μάλιστα! Φωνάζουνε όλοι και δυνατότερα ο βασιλιάς των «Περσών».
- Ο Χαμωλιάς ξαφνιάστηκε και γύρισε κατά πίσω:
- Αλήθεια, το ξέρεις; Ρωτά τον Δακρυτζίκο.
- Το κέρατό μου το τράγιο, ξέρω! Του απάντησε κείνος με το μάτι θολό απ’ τη φούρκα.
- Ε, τότε γιατί είπες ότι το ξέρεις, ρε;
- Έτσι, από αχωνεψιά… Θέλω να σκάσω τον Καρούμπαλο, γι’ αυτό. (Έτσι είχαν βαφτίσει τον μαθηματικό.)
- Θα σ΄ ακούσει.
- Αυτό θέλω! Να μ’ ακούσει και να με διώξει. Μα δε με διώχνει.
- Κι εγώ το θέλω, μα δε μας διώχνουνε.
Ο καθηγητής απλώνει το τριχωτό του δάχτυλο και δείχνει τον Χατζηαστερίου. Το «κασέρι» σηκώνεται και προχωρεί στον πίνακα. Οι μύγες σηκώθηκαν μαζί του και τον ακολούθησαν ως εκεί. Τι παράξενα ζούμπερα… Έπεσε παντού η παγωνιά και κείνες ακόμη ζούνε.
Το «Κασέρι» γράφει ένα κλάσμα «τρία τέταρτα». Ο Καρούμπαλος τον ρωτά, στέλνοντας απάνω του και λίγο σάλιο, για να τον ξυπνήσει. Ήταν «σκράπας» στα μαθηματικά, όλοι το ξέρανε.
- Ποία είναι υπερτέρα μονάς, Χατζηαστερίου; Ο αριθμητής ή ο παρονομαστής;
- Είναι … είναι… είναι … ο… ο… ο…, λέει το Κασέρι.
Μισούσε τα νούμερα σαν τελώνια.
- Τι λέει, από κει πάνω, ο κύριος Χαμωλιάς; Ρωτάει ο καθηγητής.
- Ο αριθμητής… κύριε!…
- Και γιατί ο αριθμητής, κύριε;
- Γιατί αυτός είναι πιο μεγάλος, κύριε!
- Και γιατί είναι πιο μεγάλος, κύριε;
Ο Δακρυτζίκος σήκωσε σαν κοντάρι τη χερούκλα του. Λέγε αξιοδάκρυτε Δακρυτζίκο.
- Γιατί είναι καβάλα! Ο αριθμητής κάνει καβάλα στον παρονομαστή. Κι ο παρονομαστής είναι πιο μικρός, γιατί ο αριθμητής είναι πιο μεγάλος και τον κάνει καβάλα τον παρονομαστή!
- Μπράβο, δακρύβρεκτε Δακρυτζίκο! Επιμελέστατο μηδέν! Αρίστων άριστε!
- Όλοι χασκογελάνε γύρω του κι ο Δακρυτζίκος τρίζει τα δόντια του σαν κουνέλι.
Ο Μέλιος δεν μπορεί να εξηγήσει, πώς αυτός ο συμμαθητής του, που τον τρέμουνε όλοι και τον αναγνωρίζουνε για μεγάλο «αρχηγό», αφήνει να ρεζιλεύεται έτσι μπροστά σ’ όλους.
Κάποια στιγμή τον βλέπει να γυρίζει κατά τον Κούρκουλο και να του λέει μ’ ένα λυσσασμένο τρόπο:
- Γελάς κι εσύ, ρε; Καλά, καρτέρα να βγούμε και να δεις. Θα σου φάω τ’ αυτί!
Ο Μέλιος τον βλέπει να μιλάει έτσι και το πιστεύει. Όλοι γελούν τώρα πιο πολύ. Περιγελά ο καθηγητής κι άλλο… η τάξη δεν έχει κρατημό. Ο Δακρυτζίκος περνά το χέρι του πίσω απ’ τη ράχη του θρανίου και πατά στο Μέλιο μια τσιμπιά.
- Εσύ, γιατί δε γελάς, ρε; Του ρίχνεται.
- Ο Μέλιος τον κοιτάζει ξαφνιασμένος.
- Γιατί δε θέλω… του λέει… Γιατί να γελάσω;
- Μοναχά εσύ κάνεις τον περήφανο. Δηλαδή, μοναχά εσύ είσαι ο έξυπνος εδώ μέσα; Ε;
- Δεν ξέρω… Δεν έχω κέφι να γελάσω.
- Ξέρεις, τι τους κάνω εγώ τέτοιους ψηλομύτηδες σαν και σένα; Ρώτα να σου πούνε.
- Δε θέλω να γελάσω μαζί σου… του λέει.
- Δηλαδή; Γιατί δε θέλεις; Δεν αξίζω;’
- Ναι
- Α… Εσύ είσαι ο ψωροπερήφανος που λέγανε; Μάπα! Πάμε όξω, ρε, να σου δείξω!
