Ο φαύλος κύκλος της βίας

Blurry shadow silhouette of two boys confronting each other in school yard

Σε μια μικρή γωνιά της Ελλάδας, σε ένα συνηθισμένο σχολείο, εκτυλίσσεται η ιστορία δύο συμμαθητών, του Βασίλη και του Μιχάλη. Είναι δυο παιδιά φαινομενικά αταίριαστα, αλλά συνδεδεμένα μέσα από έναν σκοτεινό δεσμό: τη βία. Αυτή η σχέση τους δεν είναι απλώς μια αλληλεπίδραση, αλλά ένας καθρέφτης των κοινωνικών και συναισθηματικών δυνάμεων που επηρεάζουν τόσο τον θύτη όσο και το θύμα.

Ο Μιχάλης ήταν ένα ήσυχο, ευγενικό παιδί. Ήταν πάντα αυτός που καθόταν στο πίσω μέρος της τάξης, με το κεφάλι σκυφτό, προσπαθώντας να γίνει όσο πιο αόρατος γίνεται. Όμως, η αόρατοτητά του δεν τον προστάτευε. Αντιθέτως, συχνά τον έκανε στόχο. Ο Βασίλης και η παρέα του είχαν βρει στον Μιχάλη το τέλειο «θύμα». Ήταν το παιδί που δεν αντιμιλούσε, που δεν αντιστεκόταν και που είχε μάθει να δέχεται τη βία σχεδόν σαν φυσικό κομμάτιτης ζωής του.

Το πρώτο «χτύπημα» της ημέρας έπεφτε συνήθως το πρωί, πριν αρχίσει το μάθημα. Ένα σπρώξιμο στον διάδρομο, ένα κοροϊδευτικό σχόλιο για τα γυαλιά του ή τα φθαρμένα του παπούτσια. Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος, ο Βασίλης έβρισκε αφορμές για να τον γελοιοποιήσει μπροστά στους άλλους: «Κοιτάξτε, παιδιά, ο Μιχάλης δεν μπορεί ούτε να τρέξει!» Ήταν μια ατέλειωτη σειρά μικρών, ταπεινωτικών επιθέσεων, που γίνονταν μεγαλύτερες και πιο επώδυνες με τον χρόνο. Στα μάτια του Μιχάλη, ο κόσμος γύρω του τον γέμιζε φόβο Κάθε στιγμή, κάθε ήχος στο σχολείο τον έκανε να αναρωτιέται αν ο Βασίλης ετοιμάζει την επόμενη επίθεση. Ο φόβος αυτός δεν ήταν μόνο για τη σωματική βία, αλλά και την ψυχολογική. Ένιωθε παγιδευμένος, ανήμπορος να ξεφύγει. Κάθε πρωί που ξυπνούσε, ευχόταν να αρρωστήσει, να βρει έναν τρόπο να μην πάει σχολείο. Η αυτοεκτίμησή του είχε εξαφανιστεί. Ο Μιχάλης ένιωθε ότι δεν άξιζε κάτι καλύτερο. «Ίσως να φταίω εγώ», σκεφτόταν συχνά. Ένα βάρος πίεζε την ψυχή του, ένα βάρος που τον έκανε να πιστεύει πως η βία ήταν φυσιολογική, πως αυτός ήταν διαφορετικός και αδύναμος. Στα όνειρά του συχνά φανταζόταν πως ήταν δυνατός, πως μπορούσε να σταθεί απέναντι στον Βασίλη ∙ όταν όμως ξυπνούσε, ο κόσμος του γινόταν ξανά σκοτεινός, σιωπηλός.

Ο Βασίλης ήταν ακριβώς το αντίθετο: δυναμικός, γεμάτος αυτοπεποίθηση και συχνά το κέντρο της προσοχής στην τάξη. Όμως, πίσω από τη μάσκα του δυνατού παιδιού, κρυβόταν ένα άλλο είδος πόνου. Στο σπίτι του, η βία ήταν καθημερινό φαινόμενο. Ο πατέρας του, αυστηρός και απόμακρος, χρησιμοποιούσε τη φωνή του και συχνά τα χέρια του για να «διδάξει» τον Βασίλη. Η μητέρα του, ανήμπορη να αντιδράσει, αποσυρόταν σιωπηλά, αφήνοντάς τον μόνο να αντιμετωπίσει την οργή του πατέρα του. Η βία που δεχόταν ο Βασίλης στο σπίτι του τον είχε κάνει να πιστεύει πως αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργεί ο κόσμος: για να νιώσεις δύναμη, πρέπει να επιβάλεις την εξουσία σου στους άλλους. Ο Μιχάλης ήταν για εκείνον το ιδανικό «θύμα». Ήταν η διέξοδος από τη δική του ανικανότητα να αντισταθεί στη βία που δεχόταν. Μέσα από την ταπείνωση του Μιχάλη, ο Βασίλης έβρισκε μια προσωρινή αίσθηση ελέγχου, μια ανακούφιση από το χάος που επικρατούσε στη δική του ζωή.

Η ιστορία του Βασίλη και του Μιχάλη δεν είναι μόνο μια ιστορία για δύο παιδιά. Είναι ένας μικρόκοσμος της κοινωνίας μας, όπου η βία αναπαράγεται και διαδίδεται σε έναν φαύλο κύκλο, όπου η βία γεννά βία. Ο Βασίλης, έχοντας υποστεί βία, την μεταφέρει στον Μιχάλη, ο οποίος με τη σειρά του, μεγαλώνοντας, ενδέχεται να μεταφέρει τον πόνο του σε άλλους. Η βία δεν είναι μόνο σωματική. Είναι και ψυχολογική, και έχει τη δύναμη να αφήνει βαθιές πληγές που δεν επουλώνονται εύκολα. Ο Μιχάλης, καθώς μεγαλώνει, μπορεί να κουβαλάει μέσα του τον φόβο, την ανασφάλεια και το μίσος για τον εαυτό του. Ο Βασίλης, από την άλλη, μπορεί να συνεχίσει να αναζητά «θύματα» για να καλύψει το δικό του συναισθηματικό κενό.

Γιατί, παρά τις διαφορές τους, ο Βασίλης και ο Μιχάλης έχουν ωστόσο και αρκετά κοινά. Και οι δύο τους είναι στο βάθος θύματα – αν και με διαφορετικό τρόπο. Ο ένας είναι θύμα μιας ορατής βίας, ενώ ο άλλος είναι θύμα ενός συστήματος που τον έμαθε ότι η δύναμη και ο έλεγχος έρχονται μόνο μέσα από την καταπίεση των άλλων. Τους συνδέει επίσης η μοναξιά. Ο Μιχάλης είναι μόνος, αποκομμένος από τους συνομηλίκους του, αλλά και ο Βασίλης, πίσω από τη μάσκα του δυνατού παιδιού, είναι επίσης μόνος. Η βία αφορά και τους δυο, παραδόξως όμως δεν τους ενώνει, αντίθετα τους απομονώνει ακόμη περισσότερο από τους άλλους, δημιουργώντας ένα τείχος που τους χωρίζει από την κατανόηση και την αποδοχή.

Η ιστορία του Βασίλη και του Μιχάλη δεν είναι ωστόσο μονόδρομος. Υπάρχει ελπίδα για αλλαγή, αρκεί να υπάρξει η κατάλληλη παρέμβαση. Οι δάσκαλοι, οι γονείς, η κοινωνία, όλοι έχουν σημαντικό ρόλο να παίξουν. Η εκπαίδευση, η ενσυναίσθηση και η υποστήριξη μπορούν να σπάσουν τον φαύλο κύκλο της βίας. Ο Μιχάλης χρειάζεται να νιώσει ότι αξίζει, ότι είναι ικανός να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να βρει συμμάχους. Ο Βασίλης, από την άλλη, χρειάζεται βοήθεια για να κατανοήσει τα δικά του συναισθήματα και να μάθει τρόπους να εκφράζεται χωρίς να καταφεύγει στη βία. Η σχέση του Βασίλη και του Μιχάλη είναι μια υπενθύμιση ότι η βία δεν είναι απλώς μια πράξη, αλλά μια νοοτροπία που διαπερνά τις ζωές μας σε βαθύτερα επίπεδα. Είναι επίσης ένα κάλεσμα για δράση, για κατανόηση και για αλλαγή. Γιατί, τελικά, αυτό που στο βάθος συνδέει τον Βασίλη και τον Μιχάλη είναι η ανάγκη τους για αποδοχή, για αγάπη και για έναν κόσμο όπου η βία δε θα έχει θέση.

Ροδόλφος Λαλέογλου

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης