«Ο Βάνκας» του Άντον Τσέχωφ – Δημιουργική γραφή

Οι μαθητές/τριες του Α2, αφού μελετήσαμε, και αναλύσαμε στην τάξη το διήγημα του Άντον Τσέχωφ, θελήσαμε να δώσουμε ένα διαφορετικό τέλος στην ιστορία.

Παρακάτω σας παρουσιάζουμε δύο εκδοχές που δίνουν οι συμμαθητές μας Δημήτρης Σοροντίλας και Γιώργος Τσενικλόγλου.

 

silhouette-g1e8293f03_1280

 

Δημήτρης Σοροντίλας

Καθώς ο Βάνκας ονειρευόταν στον ύπνο του τον παππού του, τις δούλες και τον Χέλη, ένιωσε κάποιον να τον σκουντάει. Πετάχτηκε φοβισμένος νομίζοντας ότι θα φάει και πάλι ξύλο από το αφεντικό του, τον Αλιάχιν. Έκπληκτος, όμως, είδε μπροστά του ένα ζευγάρι. Ήταν ο κύριος και η κυρία Ζιβάρεφ, οι οποίοι με δυσκολία έπεισαν το αφεντικό του να τους αφήσει να του μιλήσουν. Ο Βάνκας δεν πίστευε στα μάτια του.

 

- Γεια σου Βάνκα, είπε ο κύριος Ζιβάρεφ, πώς είσαι;.

- Γεια σας κ. Ζιβάρεφ, απάντησε ο μικρός, πώς με βρήκατε;

- Δεν ήταν και τόσο δύσκολο! Ο παππούς σου μας έδωσε τη διεύθυνσή σου.

- Ο παππούς μου, ο αγαπημένος μου παππούς! Πείτε μου τι κάνει, είναι καλά;

- Βάνκα, ο παππούς σου δεν μπορεί να ζήσει χωρίς το λατρεμένο εγγονάκι του! Μας παρακάλεσε να έρθουμε να σε πάρουμε!

 

Ο Βάνκας δεν μπορούσε να πιστέψει αν αυτό που άκουγε ήταν ένας φανταστικός διάλογος μέσα στο όνειρό του ή ήταν η πραγματικότητα. Κι όμως είναι αλήθεια! Ο  κύριος και η κυρία Ζιβάρεφ στέκονται απέναντί του, του μιλούν, τον προσκαλούν να έρθει μαζί τους στο αγαπημένο του χωριό, να συναντήσει τον μονάκριβο παππού του!

Ήταν, στα αληθινά, το πιο ευτυχισμένο παιδί του κόσμου. Τα μάτια του πλημμύρισαν από φως, η καρδιά του γέμισε από χαρά και ανακούφιση. Επιτέλους το όνειρο έγινε πραγματικότητα!

 

 

writing-g8340d0bce_1920

 

 

Γιώργος Τσενικλόγλου

Οι μέρες περνούσαν, το γράμμα που περίμενε ο Βάνκας δεν ερχόταν, μέσα του όμως ήλπιζε ότι το μαρτύριό του σύντομα θα τελείωνε. Πέρασε ένας μήνας πέρασαν δύο, ώσπου το γράμμα τελικά έφτασε. Σκυμμένος στις δουλειές του στο τσαγκαράδικο ο Βάνκας απόρησε, όταν άκουσε μια φωνή από την πόρτα στην είσοδο του τσαγκαράδικου.
- Για τον κύριο Βάνκα, γράμμα, για τον κύριο Βάνκα! φώναξε ο νεαρός υπάλληλος του ταχυδρομείου.

Χάρη σε αυτόν τον υπάλληλο το γράμμα του Βάνκα είχε φτάσει στον προορισμό του. Όταν λοιπόν, παρέλαβε παραμονή Χριστουγέννων το γράμμα στο ταχυδρομείο από τον μικρό βιοπαλαιστή και διαπίστωσε ότι έλειπε η διεύθυνση και το όνομα του παραλήπτη, πήρε μόνος του την πρωτοβουλία. Ρώτησε διακριτικά το αφεντικό του Βάνκα, τον Αλιάχιν, από πού καταγόταν ο μικρός του κάλφας και ποιος τον έστειλε σ΄αυτόν. Αφού έμαθε, όσα χρειαζόταν συμπλήρωσε ο ίδιος τις πολύτιμες πληροφορίες και ταχυδρόμησε το γράμμα για λογαριασμό του.

- Εγώ, εγώ είμαι ο Βάνκας! Από πού είναι το γράμμα, κύριε ταχυδρόμε?
- Εδώ γράφει, μικρέ μου, από κάποιον κύριο Κωνσταντή Μακάριτς.
- Ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ!
Ο Βάνκας ανοίγει αμέσως το γράμμα και αρχίζει να το διαβάζει. Δάκρυα τρέχουν από τα μάτια του. Τα χέρια του τρέμουν και η αναπνοή του κόβεται.
Πολυαγαπημένε μου εγγονέ Βάνκα!


Σου στέλνω αυτό το γράμμα, για να σου πω πόσο μου έχεις λείψει. Σε συμπονώ, παιδί μου, βαθιά, για όσα αναγκάζεσαι να υπομείνεις. Όμως, κάνε λίγο ακόμα υπομονή. Σε δύο μέρες θα βρίσκομαι στη Μόσχα. Πήρα άδεια από τα αφεντικά μου και θα ‘ρθω να σε πάρω. Θα ζήσουμε μαζί στο χωριό. Σου βρήκα δουλειά. Ο Κύριος και η κυρία Ζιβάρεφ συμφωνούν να δουλέψεις εδώ, ως επιστάτης στα κτήματα τους. Δεν θα μας χωρίσει κανείς, παιδί μου, από δω και στο εξής! Θα ζήσουμε μαζί, στο χωριό μας. Λίγη ακόμη υπομονή. Σε φιλώ!

Ο αγαπημένος σου παππούς

 Κωνσταντή Μακάριτς.

Ο Βάνκας, δεν μπορούσε να πιστέψει όσα διάβαζε. Άρχισε να φωνάζει. «Έρχεται ο παππούς μου να με πάρει, έρχεται να με πάρει!» μονολογούσε. Έτσι και έγινε. Ο παππούς μέσα σε δύο μέρες έφτασε στη Μόσχα, πήρε τον Βάνκα και χωρίς καθυστέρηση ξεκίνησαν μαζί για το αγαπημένο τους χωριό, με όνειρα και ελπίδες για το μέλλον!

 

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης