
«Μια Σιωπή Ψηλά» της Σοφίας Νιάκα
Δεν φώναξε. Ποτέ.
Μόνο κοίταζε τον κόσμο με μάτια θαμμένα,
σαν να φορούσε βροχή αντί για βλέφαρα.
Τη ρώταγαν: «Καλά είσαι;»
και γελούσε.
Ήταν το ψέμα της που την έντυνε κάθε πρωί.
Κανείς δεν άκουσε τους τοίχους της,
που φώναζαν τα βράδια.
Κανείς δεν πίστεψε τον πόνο της —
τον πόνο που δεν άφηνε σημάδια,
μόνο βάρος.
Πέρασε απ’ τη ζωή σαν σκιά με όνομα,
μια παρουσία που δεν ζητούσε χώρο.
Μιλούσε μόνο με σιωπή,
και η σιωπή της…
ήταν κραυγή.
Και μια μέρα,
άνοιξε τα χέρια όχι για αγκαλιά,
μα για να φύγει.
Όχι γιατί ήθελε,
μα γιατί δεν μπορούσε άλλο.
Τώρα περπατάει πάνω στα σύννεφα,
με τα πόδια της ελαφριά απ’ τον πόνο.
Όχι γιατί πέρασε,
αλλά γιατί δεν την βαραίνει πια.
Και κάποιοι τώρα λένε:
«Ήταν τόσο καλή…»
«Δεν το περιμέναμε…»
Μα ποτέ δεν την ρώτησαν:
«Πονάς;»
Ήταν ένα κορίτσι
που φώναζε μέσα της,
κι ο κόσμος χειροκροτούσε
τη σιωπή της.
