
Καθώς έφευγε, με κοίταζε
μ’ ένα χαμόγελο πικρό
ένα χαμόγελο που πάσχιζε να μοιάζει χαρούμενο,
μα ήταν πόνος μεταμφιεσμένος
μια σιωπηλή πίκρα
που προσπαθούσε να μου κρυψει.
Κρατούσα σφιχτά το γράμμα του
σε μια ωρα μελαγχολική,
σφραγισμένη από τα δάκρυά του,
σε μια θολή επιστροφή απο σκεψεις που ξεγλιστρουσαν,
και ήταν σαν να διάβαζα τη φωνή του
σε κάθε λέξη.
Όσος κι αν είναι ο καιρός μακριά του
-ίσως και για πάντα-
ξέρω πως θα τον βλέπω
στα κατανυκτικά υποβλητικά ποιήματα
σε νια φωνή που χάνεται στο βάθος
Στην μελωδια λου γεννιεται απ την σιωπή
Εκεί θα κατοικεί
Στην άχνη μουσική
στην μελωδία της μνήμης μου
