Έρως, Γκούτζιου Μαριάντα

ερως εικονα

Έρως

 

Ξέρω πως θα λησμονήσω,

Το κοριτσάκι που αγάπησες.

Κι ας μην μπορώ μακριά σου να ζήσω,

Αρκεί που το συνάντησες.

 

Άλλες σκιές δεν θα το δουν,

Στο μεγαλείο που σου χρωστά,

Κι άγγελοι θα απορούν,

Ποιος Θεός της χάρισε μιλιά.

 

Ταξίδευαν οι ομίχλες,

Συντροφιά ψάχνανε στην μοναξιά,

Κι εκείνη έμεινε στις νύχτες,

Που ονειρευόταν τη δική σου αγκαλιά.

 

Της ψιθύρισαν οι σκιές,

Για τα χρυσά σου τα δεσμά,

Της είπαν για αναποδιές,

Για παγίδες στη δική σου ερημιά.

 

Σε ένα αίσθημα θανάσιμο,

Εκείνη είδε μια όαση,

Έναν επίγειο παράδεισο,

Κρυμμένο στην ηδονική σου κόλαση.

 

Το κρασί κυλάει διάφανο,

Οι αριθμοί κλείνουν τα μάτια,

Δίνουν χώρο στο άγραφο,

Απ’ τη λογική παραδίδονται στα γινάτια.

 

Οι σιλουέτες ζαλιστήκανε,

Παίζοντας παιχνίδια παιδικά.

Οι σκιές πλέον ξέρανε,

Μα κρατούσαν μυστικά.

 

Οι άγγελοι διαμάντια της εδώσανε,

“Δικά σου, ό,τι θέλεις κάν’ τα”,

Μα τούτα δεν την σώσανε,

Σε εσένα θα τα ‘δινε, όπως πάντα.

 

Θαύματα έπλασαν τα χέρια της,

Τα χάρισε στην θεότητα που υμνούσε,

Κι οι σκιές έλεγαν “Θα ξεχαστείς”,

Μα για να τ’ αποτρέψει προσπαθούσε.

 

Η μοίρα της ήταν γραμμένη,

Μεγάλωσε κι εσύ την είχες εγκαταλείψει,

Ακόμη προσεύχεται και περιμένει,

Πλάι σου να καταλήξει.

 

Τώρα οι άγγελοι παραμιλούν,

Η γυναίκα μόνο γράφει.

Οι δαίμονες εραστές παρατηρούν,

Η γυναίκα μόνο διαγράφει.

 

Οι σκιές ησύχασαν,

Οι αριθμοί τα μάτια δεν θα ανοίξουν,

Οι έρωτες εσώπασαν,

Ακόμα, οι λέξεις της εσένα διψούν ν’ αγγίξουν.

 

Το ‘ξερα θα λησμονούσα,

Το κοριτσάκι που αγάπησες,

Όχι πως αιώνια θα με τιμωρούσα,

Άραγε, αρκεί που με συνάντησες;

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης