
Δύο γυναίκες
Δύο γυναίκες συναντήθηκαν, μέσα σε ένα πολυκατάστημα. Ήταν παλιές φίλες, που είχαν να βρεθούν χρόνια ολόκληρα. Η μία γυναίκα πλησίασε την άλλη.
Η πρώτη γυναίκα δεν ήταν πολύ ψηλή, μα φορούσε ψηλοτάκουνα παπούτσια. Τα χείλη της ήταν βαμμένα με ένα έντονο κόκκινο κραγιόν. Φορούσε ένα μαύρο ταγιέρ και στο ένα της χέρι κρατούσε μια επώνυμη λευκή τσάντα. Στο άλλο της χέρι κρατούσε ένα ποτήρι καφέ.
Η δεύτερη γυναίκα είχε μια πιο απλή και φυσική εμφάνιση. Φορούσε αθλητικά παπούτσια και άνετα ρούχα. Το μακιγιάζ της δεν ήταν αψεγάδιαστο, μα εκείνην δεν την ένοιαζε.
« Φίλη μου, όμορφη» είπε η πρώτη γυναίκα. «Λυδία μου, πόσο καιρό έχω να σε δω! Πως είσαι;»
Η Λυδία της χαμογέλασε.
«Δεν προλαβαίνω τίποτα» της είπε. «Πνίγομαι στις δουλειές! Γραφείο, σπίτι, μαγείρεμα, σκούπισμα, τα παιδιά στο σχολείο, στα αγγλικά τους και τα μπαλέτα τους!»
«Είσαι μητέρα» αναφώνησε η φίλη της. «Τι υπέροχο! Εγώ δεν έκανα παιδιά»
Οι δυο τους καθίσαν μαζί, σε μια γωνιά και άρχισαν να μοιράζονται ιστορίες από την ζωή τους. Η Λυδία είχε μια απλή δουλειά, ήταν γραμματέας σε ένα γραφείο. Η καθημερινότητα της ήταν γεμάτη. Αυτό που ήθελε ήταν να βρει λίγο ακόμα χρόνο. Για τον εαυτό της, για ταξίδια, για βόλτες…
Η Ιωάννα ήταν μεγαλοεπιχειρηματίας. Μία πανέξυπνη γυναίκα, που κινούσε τα νήματα. Έμοιαζε να γνωρίζει τα πάντα, να είναι αλάνθαστη. Μα δεν ήταν. Δεν ήταν άψυχη, την πονούσε όταν τα βράδια, όταν γύριζε από την δουλειά της, αντίκριζε ένα άδειο διαμέρισμα. Την πονούσε ο μόνος ήχος στο σπίτι της να είναι το ραδιόφωνο.
«Τι ωραία που είναι η ζωή σου» είπαν και οι δύο ταυτόχρονα.
«Η δική μου» έκανε με απορία η Ιωάννα. «Μα εγώ ζω μόνη μου!»
«Ναι» της απάντησε η Λυδία «μα εσύ έχεις την ζωή σου στα χέρια σου. Εγώ δεν ζω το όνειρο! Μια νοικοκυρά είμαι, με δύο κουτσούβελα»
«Εσύ έχεις αγάπη στην ζωή σου» ανταπάντησε η Ιωάννα. «Έχει δυο παιδιά για να προσέχεις και έναν άντρα για να ξυπνάς στο πλευρό του»
Σα να είχε ακούσει όλη τους την συζήτηση, ένα μικρό κορίτσι ξεπρόβαλε πίσω από τα ράφια του καταστήματος και έτρεξε πάνω στην αγκαλιά της Λυδίας. Την κοίταξε όλο παράπονο και δεν περίμενε η μητέρα της να ολοκληρώσει την συζήτηση που είχε με την παλιά της φίλη.
«Μαμά, μαμά» φώναξε. «Ο Νίκος θέλει να φάμε κάτι που έχει κρεμμύδι και εγώ δεν θέλω κρεμμύδι!»
«Δεν πειράζει, καρδιά μου» της απάντησε η Λυδία. «Πες του να σου το βγάλει το κρεμμύδι. Ξέρει ο Νίκος ότι δεν σε αρέσει. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο!»
Η μικρούλα έφυγε, όσο γρήγορα είχε έρθει.
Εκείνη την στιγμή χτύπησε και το τηλέφωνο της Ιωάννας που σήμανε το τέλος στην συζήτηση των δυο τους.
Ήταν ένας συνάδελφος της, που την ζητούσε να τον ακολουθήσει σε ένα επαγγελματικό ταξίδι, για κάποιο σεμινάριο. Η Ιωάννα αγαπούσε πολύ τα ταξίδια και δέχτηκε αμέσως την όμορφη πρόσκληση.
Οι δύο γυναίκες είχαν δύσκολες ζωές, μα και οι δύο της είχαν διαλέξει και ήταν δικές τους. Η μία είχε πάει ν’ αγοράσει είδη γραφείου και η άλλη μόνο και μόνο γιατί την παρακάλεσαν τα παιδιά της, μα τελικά αυτό που βρήκαν στο πολυκατάστημα, ήταν μια διαφορετική ματιά στις ζωές τους και πόσο διαφορετικές θα μπορούσαν να είναι αν είχαν διαλέξει κάτι διαφορετικό.
