Η Μικρασιάτικη καταγωγή μου

Η Μικρασιάτικη καταγωγή μου

Γράφει ο ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΝΤΙΝΟΣ, Γ΄ Λυκείου

Οι προπαππούδες και οι προγιαγιάδες μου ήταν Μικρασιάτες, κι είμαι υπερήφανος που είμαι απόγονος Μικρασιατών προσφύγων. Στο σχολείο μου, το Πρότυπο ΓΕ.Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, για πάνω από δέκα σχολικά έτη, υλοποιείται ένα πρόγραμμα σχολικών δραστηριοτήτων που τίτλο έχει: «Σαν παραμύθι… Η μετάδοση της προσφυγικής εμπειρίας στην τέταρτη και πέμπτη γενιά. Μαθητές του σχολείου μας απόγονοι Μικρασιατών προσφύγων». Συμμετέχω σ’ αυτό και με τους αναγνώστες επιθυμώ να μοιραστώ την ιστορία των Μικρασιατών προγόνων μου. Δεν σας κρύβω τι νιώθω: να μιλάει κανείς για τη Μικρασία δεν είναι εύ¬κολο. Τους δρόμους της όταν νοητά περιδιαβαίνει, δυσκολεύεται να τους περπατήσει. Σταυρικός κι αναστάσιμος ο περίπατός του. Προσωπικά νιώθω σαν ιχνηλάτης πάνω στην κοφτερή και φλόγινη αιχμή των γεγονότων της Ιστορίας… εδώ και εκατό δύο χρόνια, πια. Ακούγοντας την ιστορία των προγόνων μου μυσταγωγική είναι η μύησή σου σ’ αυτή. Κάθε μνήμη του χώρου αυτού κι ένας καημός μου.
Δεν θα μακρηγορήσω άλλο. Σας αφηγούμαι την ιστορία του Γιώργου και της Βασιλεία Χατζητσότρα και της Ελένης Ραπτοπούλου.

Όταν έγινε η αντεπίθεση των Τούρκων στα βάθη της Τουρκίας το 1922, η οποία αποτέλεσε και την αρχή της Μικρασιατικής Καταστροφής, πάρα πολλοί Έλληνες κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, τους φίλους και γνωστούς τους, τα χωριά και τις περιουσίες τους και γίνουν πρόσφυγες στην Ελλάδα, για να γλιτώσουν από τους Τούρκους. Ανάμεσα στους Έλληνες αυτούς ήταν και οι συγγενείς της μητέρας μου, αλλά και της γιαγιάς και του παππού μου, από την πλευρά του πατέρα μου.
Συγκεκριμένα, η γιαγιά της μητέρας μου (Πολυξένη Μουμουλίδου) και ο παππούς της (Αβραάμ Καραϊλανίδης), έφυγαν τη Μικρασία και μέσω Ρωσίας εγκαταστάθηκαν στο Κιλκίς και στις Σέρρες, όπου υπήρχαν πολλά κτήματα. Αργότερα η μητέρα μου βρέθηκε με τον πατέρα της, τη μητέρα της και τον αδερφό της στη Θεσσαλονίκη, πριν έρθει στη Λέσβο. Πολλοί, όμως, άντρες συγγενείς αιχμαλωτίστηκαν ή και σκοτώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ άλλοι έμειναν στη Ρωσία.
Οι συγγενείς του παππού μου, από την πλευρά του πατέρα μου, κατάγονταν από το Τσακράνι στη Μικρά Ασία αλλά, τελικά, μετά την Καταστροφή ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην Πτερούντα.
Η μητέρα της γιαγιάς μου (Βασιλεία Χατζητσότρα) έφυγε όταν ήταν μικρή από το Γιαγιάκιο, περιοχή του Εσκί Σεχίρ, με τη μητέρα της (Ελένη Ραπτοπούλου) και τις δύο αδελφές της, και όλες μαζί αναζήτησαν καλύτερη τύχη στην Ελλάδα, κρύβοντας όλα τους τα χρυσαφικά στον τοίχο, στο υπόγειο του σπιτιού τους, με την ελπίδα πως κάποτε θα επέστρεφαν για να τα πάρουν. Αν και εκείνοι αποφάσισαν να αφήσουν το πατρικό τους, υπήρχαν και αυτοί που δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τις ζωές τους και αποφάσισαν να μείνουν στον τόπο που γεννήθηκαν.
Ο πατέρας της γιαγιάς μου (Γιώργος Χατζητσότρας) και η μητέρα της ήταν ήδη λογοδοσμένοι, αλλά ο πρώτος είχε πιαστεί αιχμάλωτος από τους Τούρκους. Τον είχαν βάλει, μαζί με πολλούς άλλους αιχμαλώτους, μέσα σε έναν λάκκο και ρωτούσαν προς τα πού είναι η Ανατολή και προς τα πού η Δύση. Όσοι απαντούσαν σωστά ελευθερώνονταν, ενώ οι υπόλοιποι σκοτώνονταν μεμιάς. Κάποιοι, όμως, βλέποντας μία Εκκλησία, κατάλαβαν, όπως και ο παππούς μου, προς τα πού είναι η Ανατολή με τη βοήθεια του ιερού, απάντησαν σωστά και αφέθηκαν ελεύθεροι.
Ο παππούς της γιαγιάς μου (Ιωάννης Ραπτόπουλος), ο οποίος ήταν αιχμάλωτος του τουρκικού στρατού, δεν είχε την ίδια τύχη και σκοτώθηκε. Έτσι, το πρώτο γράμμα που στάλθηκε στην οικογένεια δεν ήταν μια ανακοίνωση πως ήταν καλά, αλλά αντίθετα έφερε την είδηση του θανάτου του.
Ο δρόμος για το λιμάνι ήταν μεγάλος. Η συνεχής παρέμβαση των Τούρκων δεν έκανε την κατάσταση πιο εύκολη: για τρία μερόνυχτα, προσπαθούσαν να περάσουν έναν δρόμο, αλλά μόλις πήγαιναν από την πάνω μεριά του δρόμου, τους έστελναν στην κάτω μεριά και από την κάτω μεριά πάλι στέλνονταν πάνω. Ευτυχώς είχαν σκεφτεί οι κάτοικοι του χωριού να δεθούν όλοι με ένα μακρύ σκοινί, μέχρι να φτάσουν στο λιμάνι, ώστε να μη χαθούν. Για να προστατευτούν οι κοπέλες από διάφορες κακοποιήσεις των Τούρκων, έβαζαν μαξιλάρια στην πλάτη τους για να φαίνεται πως έχουν καμπούρα και βάφονταν με μαύρο, ώστε να φαίνονται γριές.
Μέχρι να φτάσουν στο λιμάνι πέρασαν από 7 ελέγχους των Τούρκων. Στους ελέγχους αυτούς, αν έβρισκαν κάποιο χρυσαφικό, το έπαιρναν. Μάλιστα, αν φορούσαν δαχτυλίδι, τους έκοβαν το δάχτυλο, ενώ αν φορούσαν σκουλαρίκι, τους έκοβαν τον λοβό του αυτιού. Κατά τη διάρκεια επίσης του ταξιδιού, μία από τις αδελφές της μητέρας της γιαγιάς μου, θεία της δηλαδή, μπήκε σε μία φλεγόμενη Εκκλησία και πήρε ένα εικόνισμα του Αγίου Χαραλάμπου, το οποίο τώρα έχει καεί, για να έχει ένα κειμήλιο.
Στον δρόμο για το λιμάνι συνάντησαν δύο γέρους με βράκες, οι οποίοι είχαν έναν τρουβά και ένα μπαστούνι και είπαν στην οικογένεια τα εξής: «Όσο είμαστε εμείς εδώ, δε θα πάθετε τίποτα». Έπειτα δέθηκαν στο σκοινί, ο ένας μπροστά από την οικογένεια και ο άλλος από πίσω τους.
Φτάνοντας επιτέλους στο λιμάνι, το πρώτο που αντίκρισαν ήταν το αποκρουστικό θέαμα πολλών πεθαμένων παπάδων μέσα στη θάλασσα. Για να μπει κανείς στο καράβι, έπρεπε πρώτα να σκαρφαλώσει ψηλά κάγκελα. Αφού έβαλε η μητέρα της γιαγιάς μου όλους τους υπόλοιπους μέσα, ενώ σκαρφάλωνε και η ίδια, είδε μία άλλη κοπέλα, λόγω της βιασύνης της να προλάβει το καράβι, το οποίο ήταν έτοιμο να φύγει, να καρφώνεται στα κάγκελα. Το κάγκελο καρφώθηκε στην κοιλιά της και βγήκε από τη μέση της.
Όταν επιβιβάστηκε όλη η οικογένεια έψαξαν να βρουν τους δύο γέροντες, τους οποίους είχαν δει να μπαίνουν στο καράβι, για να τους ευχαριστήσουν, αλλά παρόλο που έψαξαν όλο το καράβι, δεν μπόρεσαν να τους βρουν πουθενά.
Από το λιμάνι της Σμύρνης η οικογένεια έφτασε στην Πάτρα και από εκεί τα αδέρφια του πατέρα της γιαγιάς μου εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία, στις Σέρρες, ενώ η μητέρα της γιαγιάς μου, με τις δύο αδελφές της πήγαν στην Αθήνα, όπου τους φιλοξένησε σε ξενοδοχείο ένας Έλληνας. Τότε αρρώστησε η γιαγιά της γιαγιάς μου και είδε σε όνειρο τον Άγιο Θεράποντα να τη συμβουλεύει να πάει στο νησί του, και τότε θα γίνει καλά. Έτσι εγκαταστάθηκε όλη η οικογένεια στη Λέσβο.
Δύο μέρες αφού έφτασαν, βρέθηκε εδώ και ο πατέρας της γιαγιάς μου σε άθλια κατάσταση, φορώντας ένα μόνο παπούτσι και ένα τσουβάλι για παντελόνι. Είχε μάθει πού βρίσκονταν και έτσι ήρθε κι εκείνος στη Λέσβο, με αποτέλεσμα να μείνει όλη η οικογένεια μόνιμα στο νησί.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης