το φάντασμα

ΑΠΟ: ΜΑΝΔΗΛΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ - Ιαν• 30•23

fantasmata600_139834_d135E9

Από  τον  Παπαγιώργη  Νίκο

    Στην ζωή μου έκανα πολλά ταξίδια σε ένα όμως συνέβη κάτι πολύ μυστήριο!  Μαζί με έναν φίλο μου ταξιδεύαμε επί ώρες με προορισμό μια μικρή πόλη όπου εκεί είχε ανακαλυφθεί ένα παλιό ορυχείο χρυσού και λέγανε πως μέσα υπήρχε μια κρυφή σπηλιά. Φήμες, επίσης, λέγανε ότι η σπηλιά περιείχε ακόμη αποθέματα χρυσού. Εμείς, όμως, δεν πήγαμε εκεί ούτε  για να δούμε το ορυχείο,  ούτε για να αναζητήσουμε την σπηλιά αλλά πήγαμε γιατί είχε πεθάνει μια μακρινή  θεία του  φίλου  μου, η οποία δεν είχε παιδιά και είχε αφήσει την περιουσία της σε αυτόν. Φτάσαμε, λοιπόν, κατά το μεσημέρι στην πόλη και καταλύσαμε σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο. Ξεκουραστήκαμε για λίγο και το απόγευμα πήγαμε στον  συμβολαιογράφο, που θα μας ενημέρωνε  για την κληρονομιά. Ο φίλος μου κληρονόμησε μόνο ένα μικρό χωράφι, το οποίο είχε σκοπό να πουλήσει, άλλωστε δεν είχε τι άλλο να το κάνει καθώς δεν ζούσε εκεί. Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο και ο φίλος μου, μου είπε:

     -Ξέρεις, λέω, να κάτσουμε, λίγο καιρό, θέλω να ψάξω να βρω ένα συλλεκτικό βιβλίο, το οποίο δεν έχω βρει σε κανένα βιβλιοπωλείο ως τώρα.

      Ξέχασα  να  σας  αναφέρω  ότι  η  πόλη  αυτή  ήταν  γνωστή  για  τα  βιβλιοπωλεία -παλαιοπωλεία  της  στα  οποία  μπορούσες  να  βρεις  παλιές  και  σπάνιες  εκδόσεις  βιβλίων.

    -Εντάξει, του είπα.

     Το επόμενο πρωί σκέφτηκα να κάνω μια βόλτα στην πόλη. Κάποια στιγμή χωρίς να το προσέξω βρέθηκα σε ένα σημείο της πόλης το οποίο ήταν εντελώς ερειπωμένο. Έτσι, αφού δεν υπήρχε τίποτα να δω, έφυγα. Γύρισα πάλι στο ξενοδοχείο. Ο φίλος μου ήταν ήδη  εκεί.

    -Βρήκες αυτό που έψαχνες;  Ρώτησα εγώ.

    -Όχι, αλλά δεν έψαξα παντού.

    -Να σε ρωτήσω αν ξέρεις κάτι για ένα παλιό ερειπωμένο σημείο της πόλης;

    -Πρέπει να λες για την μικρή πλατεία κοντά στο άγαλμα ενός παλιού προέδρου, αν δεν κάνω λάθος.

    -Ναι,  αυτήν!

   -Όταν ήμουν μικρός είχαμε έρθει με τους γονείς μου εδώ για να δούμε τη συγχωρεμένη, τη θεία μου. Μου είχε πει ότι κάποτε ένας ολέθριος σεισμός ισοπέδωσε τα πάντα. Ο κόσμος εγκατέλειπε την πόλη όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ένας πολύ πλούσιος άντρας όμως δεν έφευγε χωρίς το χρηματοκιβώτιό του, το οποίο ήταν ασήκωτο από τον χρυσό που είχε μέσα. Έτσι, λοιπόν, η απληστία του τον έφαγε στο τέλος γιατί δεν βγήκε έξω με αποτέλεσμα ένας ισχυρός μετασεισμός να κατεδαφίσει το σπίτι και αυτό να τον καταπλακώσει. Ο κόσμος έλεγε ότι του άξιζε να πεθάνει, άλλωστε, ολοένα έδειχνε τη  φιλαργυρία  και  την  αλαζονεία  του. Δεν βοηθούσε  κανέναν φτωχό, παρ΄όλο που δεν του  έλειπαν  τα  χρήματα και φερόταν με  το  χειρότερο  τρόπο  απέναντι  στους  ανθρώπους που είχε στη δούλεψή του. Υπάρχει και ένας παρωχημένος μύθος ο οποίος, λέει, πως το φάντασμά του εμφανίζεται τη νύχτα και ότι ακόμα προσπαθεί να σηκώσει το χρηματοκιβώτιο.

     Εκείνη τη νύχτα γεμάτος περιέργεια βγήκα έξω και πήγα στο σημείο εκείνο. Κάθισα μπροστά στο άγαλμα και περίμενα. Μια ώρα αργότερα μια ομίχλη σκέπασε την πλατεία και μια σκιά φάνηκε στο βάθος. Πάγωσα, δεν μπορούσα να κουνηθώ, δεν πίστευα στα μάτια μου ότι ο μύθος ήταν αληθινός. Ξαφνικά η σκιά ερχόταν προς το μέρος μου και όπως ήταν φυσικό ξεκίνησα να τρέχω. Βγαίνοντας από την πλατεία κοίταξα πίσω μου και είδα την ομίχλη καθώς και την σκιά να εξαφανίζονται. Έφτασα στο ξενοδοχείο με κομμένη την ανάσα.

    -Τι έγινε; Πού ήσουν και γιατί είσαι λαχανιασμένος; Ρώτησε ο φίλος μου.

    -Τον είδα,  ήταν εκεί!

    -Μα ποιον;

    -Το φάντασμά του, το είδα!

    -Πιο σιγά, δεν σε καταλαβαίνω, εξήγησέ μου.

    Εξήγησα στον φίλο μου, με κάθε λεπτομέρεια, το τι είχα δει αλλά δεν με πίστευε.  Τσακωνόμασταν για ώρες, ώσπου κάποια στιγμή είπα:

   -Αρκετά!  Δεν θα κάτσω άλλο να φιλονικώ μαζί σου. Ξέρω τι είδα, δεν είμαι τρελός!

    Το επόμενο πρωί ο φίλος μου ξεκίνησε να πάει να κοιτάξει στα βιβλιοπωλεία για το βιβλίο που έψαχνε ενώ εγώ πήγα πάλι στην πλατεία να ψάξω για ίχνη. Δεν υπήρχε τίποτα, κανένα ίχνος.   Κάποια στιγμή ακούστηκε μια φωνή.

   -Συγγνώμη για την ενόχληση  αλλά μου φαίνεται ότι κάτι ψάχνεις.

    Ήταν ένας γεράκος μικρόσωμος, με βαθιές  ρυτίδες  στο  πρόσωπο, με πενιχρό  ντύσιμο, του οποίου η όλη εμφάνιση έδειχνε ότι είχε ταλαιπωρηθεί  πολύ  στη  ζωή  του.

  -Έεεε…, όχι… δεν ψάχνω κάτι.

   -Μην φοβάσαι, ό,τι και αν ψάχνεις, μπορώ να σε βοηθήσω. Εμπιστεύσου με!

   -Πολύ καλά. Ξέρετε, εχθές το βράδυ ενώ βρισκόμουν εδώ είδα ένα…….

   -Φάντασμα;

   -Ναι,  μα πώς το ξέρετε;

   -Ζω στην πόλη πολλά χρόνια. Όσοι έρχονται σ’ αυτήν την πλατεία, ξέρουν για τον μύθο και αναζητούν το φάντασμα.

   -Άρα,  υπάρχει;

  -Μα φυσικά και υπάρχει. Είπε με ένα μειδίαμα στο πρόσωπό του.

  -Το έχετε δει;

 - Φυσικά και το έχω δει.

  -Το ήξερα! Όμως ο φίλος μου δεν με πιστεύει.

  -Θα σου δώσω μια συμβουλή. Ό,τι βλέπεις, καλό είναι να το κρατάς για σένα γιατί προφανώς ο κόσμος δεν θα πιστέψει αυτό που εσύ είδες. Αν, όμως, θες να τους δείξεις αυτό που είδες, τότε απλώς δείξ’ τους το,  χωρίς πολλά  λόγια γιατί, μερικές  φορές,  τα λόγια είναι περιττά.

    Ευχαρίστησα τον γέρο και πήγα στο ξενοδοχείο. Το ίδιο κιόλας  βράδυ πήρα τον φίλο μου και πήγαμε στην πλατεία. Περιμέναμε και περιμέναμε και περιμέναμε αλλά τίποτα, ούτε η ομίχλη, ούτε το φάντασμα, έκαναν την εμφάνισή τους. Ξεκίνησα να σκέφτομαι τα λόγια εκείνου του γέρου κι αν ο ίδιος ο γέρος ήταν τελικά  μια νοερή  εικόνα  ή αν ήταν αληθινός. Ξαφνικά ένιωσα ένα χέρι στον ώμο μου, κοίταξα πίσω μου και ήταν ο γέρος που είχα συναντήσει!

   -Α, εσύ είσαι; Μα τι γυρεύεις εδώ;

   -Χρειάζομαι την βοήθειά σας πρέπει να μεταφέρω κάτι έξω από την πόλη.

Η ομίχλη εμφανίστηκε, μα  καθώς προχωρούσαμε δεν βλέπαμε πουθενά το φάντασμα.

   -Εδώ είναι,  αυτό θέλω να σηκώσουμε.

     Η ομίχλη ήταν τόσο πυκνή αυτήν την φορά που δεν βλέπαμε το αντικείμενο που έπρεπε να σηκώσουμε. Το πιάσαμε μαζί με τον φίλο μου αλλά ήταν ασήκωτο.

  -Βιαστείτε, δεν έχουμε πολύ χρόνο! Είπε, κάποια στιγμή, ο γέρος.

     Όσο και να προσπαθούσαμε δεν γινόταν τίποτα. Γυρίσαμε να πούμε στο γέρο ότι δεν τα καταφέρναμε αλλά όταν γυρίσαμε δεν είδαμε τίποτα πίσω μας. Ο γέρος είχε χαθεί, η ομίχλη υποχωρούσε σιγά-σιγά. Κοιτάξαμε κάτω και δεν πιστεύαμε στα μάτια μας, όταν είδαμε ότι το αντικείμενο που προσπαθούσαμε να σηκώσουμε ήταν ένα χρηματοκιβώτιο!!!

 Τέλος

Σχολιάστε

Top