(Την ιστορία την εμπνεύστηκα από ένα παραμύθι που μου έλεγαν όταν ήμουν μικρή)
Μια φορά κι έναν καιρό υπήρχε ένα δάσος που δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Ήταν ήσυχο, αλλά γεμάτο ζωή Όχι αυτή που βλέπεις με τα μάτια, αλλά αυτή που νιώθεις όταν κάτι βαθιά μέσα σου κινείται χωρίς να ξέρεις το γιατί. Τα φύλλα στα δέντρα δεν έκαναν απλά ήχους όταν φυσούσε ο άνεμος, έμοιαζαν να ψιθυρίζουν λέξεις που μόνο εσύ καταλάβαινες. Δεν ήταν λέξεις που άκουγες με τα αυτιά σου, αλλά με την καρδιά σου. Λόγια ξεχασμένα, χαμένα σε παλιά όνειρα και σκέψεις που έσβησαν πριν προλάβουν να να τα ζήσεις ή να τα εξηγήσεις σε κάποιον.
Η Ελπίδα ήταν ένα κορίτσι ήσυχο. Από αυτά που κοιτάζουν τον ουρανό για λίγο παραπάνω, που σταματούν να μυρίσουν ένα λουλούδι χωρίς να χρειάζεται λόγος, που σιωπούν όταν οι άλλοι μιλούν και σκέφτονται πολύ περισσότερο απ’ όσο δείχνουν. Ποτέ δεν ένιωσε πως ανήκε πραγματικά στο χωριό της . Οι φωνές των άλλων της φαίνονταν δυνατές, ο κόσμος γρήγορος και το μόνο μέρος που ένιωθε πως μπορούσε να αναπνεύσει ήταν το δάσος.
Από μικρή ένιωθε πως εκεί μέσα υπήρχε κάτι. Κάτι που την καλούσε χωρίς να φωνάζει, κάτι που την περίμενε χωρίς να ξέρει τι είναι. Μια μέρα πήρε την απόφαση και μπήκε στο δάσος, χωρίς να κοιτάξει πίσω της , χωρίς να φοβάται. Ήταν σαν να περπατούσε μέσα σε μια ανάμνηση που δεν θυμόταν. Είχε ξαναζήσει τα μονοπάτια αυτά, αλλά μόνο στα όνειρά της. Τα δέντρα ψιθύριζαν πιο καθαρά τώρα. Μπορούσε σχεδόν να ξεχωρίσει τις λέξεις. Ξεχασμένα όνειρά που είχε δει, ευκαιρίες που δεν επέλεξε , φόβοι που δεν μοιράστηκε. Πράγματα που είχε κρατήσει μέσα της, σφιχτά, χωρίς να ξέρει γιατί.
Όσο προχωρούσε, τόσο πιο πολύ ηρεμούσε η ψυχή της. Άφηνε πίσω της κάθε σκέψη, κάθε βάρος, κάθε μάσκα που είχε μάθει να φορά για να χωρέσει στον κόσμο γύρω της. Κάποια στιγμή, όταν έφτασε στο κέντρο του δάσους, εκεί που το φως δεν έμοιαζε ούτε με ήλιο ούτε με σκιά, αλλά κάτι που μπορούσε να φανταστεί μόνο αυτή, είδε ένα δέντρο διαφορετικό.
Ένα δέντρο ασημένιο που λαμπύριζε με φύλλα σαν φως, που ανέπνεε μαζί της. Στάθηκε μπροστά του και δεν είπε τίποτα. Ούτε σκέφτηκε. Μόνο ένιωσε τα πάντα. Ένιωσε ό,τι είχε μέσα της, χωρίς να προσπαθήσει να το εξηγήσει. Ένιωσε την παιδική της καρδιά να χτυπά πάλι δυνατά. Ένιωσε τις ξεχασμένες επιθυμίες της, τις ανάγκες της, τις λέξεις που δεν τόλμησε ποτέ να πει, τις σιωπές που έκρυψαν την αλήθεια της. Και τότε το δάσος ησύχασε. Όχι γιατί σταμάτησε, αλλά γιατί ενώθηκε μαζί της. Κατάλαβε πως δεν χρειαζόταν να βρει απαντήσεις. Μερικές φορές το μόνο που έχει σημασία είναι να νιώσεις πως είσαι εκεί που πρέπει και πως δεν είσαι μόνος μέσα σου ακόμα κι όταν είσαι μόνος γύρω σου.
Γύρισε πίσω στο χωριό της χωρίς να φαίνεται αλλαγμένη, αλλά βαθιά μέσα της όλα είχαν αλλάξει. Δεν χρειάστηκε να μιλήσει, ούτε να εξηγήσει τίποτα. Το δάσος είχε δημιουργήσει μέσα του κάτι νέο. Μια δύναμη ήσυχη και μια ανάμνηση που δεν θα την άφηνε ποτέ.
Από τότε, όποτε ένιωθε χαμένη, όποτε η καρδιά της βάραινε από σκέψεις και φόβους, περπατούσε προς το δάσος και καθόταν κάτω από τα δέντρα, τα άκουγε να ψιθυρίζουν, όχι φωνές ξένες, αλλά τη δική του εσωτερική φωνή.Το δάσος δεν της μίλησε ποτέ όπως μιλά ο κόσμος, αλλά της έμαθε πως τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή δεν λέγονται, αλλά νιώθονται και πως ακόμα κι ένα απλό παιδί μπορεί να βρει τον δρόμο του, αν κλείσει τα μάτια και ακούσει, όχι με τα αυτιά, αλλά με την ψυχή του.
Θωμάκη Χρυσή Β1
