«Η Γαλάζια Λίμνη» της Ευτυχίας Γιακουμάκη Β1

Η ΓΑΛΑΖΙΑ ΛΙΜΝΗ
λίμνη-σκρα
Ήταν απόγευμα, και η Ελένη για άλλη μια φορά πήρε τον καθιερωμένο της δρόμο για την βιβλιοθήκη, δίπλα από το σπίτι της. Πού την έχανες πού την έβρισκες, εκεί ήταν. Της άρεσε να κάθεται με τις ώρες να χαζεύει βιβλία όλων των ειδών. Άλλες φορές μάθαινε νέα πράγματα, άλλοτε ταξίδευε σε μέρη φανταστικά ή που πάντα ήθελε να πάει, και άλλες φορές απλά χαλάρωνε από την ένταση της ημέρας, καθισμένη ανάμεσα σε πανύψηλες βιβλιοθήκες με άπειρα βιβλία.
Εκείνο το απόγευμα είχε ξεκινήσει ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο.”Γαλάζια Λίμνη“ ήταν ο τίτλος του και ήταν σχετικά με ένα απόμερο, διαφορετικό νησί γεμάτο με περίεργα πλάσματα και απέραντο πράσινο να ερευνήσει κανείς. Το βιβλίο την συνεπήρε τελείως και έφτασε στην μέση του πριν καλά καλά το καταλάβει. Ξαφνικά, άκουσε ένα δυνατό ήχο από μακριά. Σαν να ερχόταν κάτι από έξω. Αποκλείεται, σκέφτηκε… Ήταν τόσο αργά το βράδυ που κανένας δεν κυκλοφορούσε. Θα μου φάνηκε είπε, και συνέχισε το διάβασμα. Έπειτα άκουσε ξανά τον ήχο, αλλά αυτή τη φορά της φάνηκε πολύ πιο κοντά. Αποφάσισε λοιπόν, να πάει να δει τι γίνεται έξω. Καθώς πήγαινε προς την έξοδο, ένιωθε πολύ περίεργα. Διαφορετικά..
Είχε ένα κακό προαίσθημα, όμως ήταν περίεργη να δει τι συμβαίνει! Άνοιξε την πόρτα και έμεινε έκπληκτη. Ήταν μέρα, και βρισκόταν σε ένα μέρος που σίγουρα δεν ήταν, αλλά ούτε καν έμοιαζε, με την πόλη της. Ήταν μια τεράστια πεδιάδα, με απέραντο χορτάρι και μια εντυπωσιακή καταγάλανη λίμνη στην μέση, που φαινόταν να μην τελειώνει ποτέ.
Δεν ήξερε τι συνέβαινε. Για μια στιγμή ήταν σίγουρη πως ονειρευόταν. Αυτό το μέρος ήταν ίδιο με το μέρος για το οποίο διάβαζε. Τόση ώρα καθόταν στην πόρτα προσπαθώντας να καταλάβει τι της συνέβαινε. Δεν γινόταν να είναι ψέμα, έλεγε και ξανά έλεγε στον εαυτό της, προσπαθώντας να το πιστέψει . Μα πράγματι. Όλα φαίνονταν πέρα για πέρα αληθινά.
Στο βάθος, διέκρινε ένα μικρό σπιτάκι. Σάστισε αλλά αποφάσισε να πάει να δει τι γίνεται.
Χτύπησε την πόρτα. Μία, δύο, κανένας δεν απάντησε. Προς στιγμήν απογοητεύτηκε, αλλά αμέσως μετά άκουσε βήματα.

Μια γριούλα εμφανίστηκε, ερχόμενη πίσω απ’ το σπίτι.
“Γεια σας”, αναφώνησε η Ελένη.
“Ποια είσαι εσύ;” ρώτησε με ύφος η γριούλα.
Το κορίτσι συστήθηκε, και εξήγησε τα πάντα στην κυρία, η οποία φάνηκε να ανακουφίζεται και να την καταλαβαίνει αμέσως.
“Μην ανησυχείς”, της εξήγησε. “Πριν από αρκετά χρόνια, ένα κορίτσι κοντά στην ηλικία σου εμφανίστηκε και εκείνη εδώ, χωρίς να ξέρει τι συμβαίνει. Για να ήρθες εδώ σημαίνει ότι έχεις διαβάσει το βιβλίο. Ε, τότε θα ξέρεις πολύ καλά ότι εδώ υπάρχει μαγεία παντού. Οι νεράιδες που ζουν στην λίμνη αποφασίζουν ανά κάποια χρόνια σε ποιο κορίτσι πραγματικά αξίζει να του δοθεί η ευκαιρία να βρεθεί εδώ. Απ’ ό,τι φαίνεται είσαι η δεύτερη που επιλέχτηκε”.
Η κοπέλα είχε μείνει έκπληκτη. Δεν είχε λόγια..
“Βέβαια”, συνέχισε η ηλικιωμένη, “δεν πίστευα ότι θα δώσουν ξανά την ευκαιρία σε καμία κοπέλα για να πω την αλήθεια. Η προηγούμενη…. Άκουσε με προσεχτικά! Αν θα μείνεις εδώ, για όσο καιρό κι αν είναι, δεν θα πλησιάσεις ποτέ την γαλάζια λίμνη! Η μαγεία είναι καλή, αλλά στο συγκεκριμένο μέρος είναι σκληρή. Υπάρχουν πλάσματα τα οποία μπορούν να σου κάνουν κακό. Η προηγούμενη κόντεψε να μην επιβιώσει καθώς πήγε να δοκιμάσει απ’ το νερό της. Στάθηκε πολύ τυχερή. Μην είσαι σίγουρη ότι θα είσαι και εσύ”.
Η Ελένη αμέσως συμφώνησε. Είχε προλάβει να διαβάσει για αυτό το μέρος και ήξερε πόσο επικίνδυνα νερά διέθετε.
“Θέλω να μείνω”, είπε αποφασισμένη.
“Το φαντάστηκα. Θα μένεις σπίτι μου για την υπόλοιπη βδομάδα. Σε εφτά μέρες από τώρα θα τελειώσουν όλα. Θα εμφανιστεί μια πύλη και θα γυρίσεις σπίτι σου. Η προϋπόθεση είναι να μην μιλήσεις ποτέ σε κανέναν για ό,τι σου συμβαίνει και ό,τι μάθεις και δεις θα τα κρατήσεις για τον εαυτό σου. Αλλιώς, οι νεράιδες θα σε τιμωρήσουν. Μην φανείς αφελής, και όλα θα πάνε καλά. Μπες τώρα να σου δείξω το σπίτι”.
Το κορίτσι απ’ την ίδια κιόλας μέρα, άρχισε να εξερευνά την περιοχή ακολουθώντας πιστά της οδηγίες που της είχε δώσει η κυρία. Κάθε μέρα είχε κάτι διαφορετικό να κάνει και ήταν όλο και πιο ενθουσιασμένη. Της ταίριαζε πολύ η ζωή εκεί. Ένιωθε ότι εκεί ανήκει…

Οι μέρες περνούσαν και είχε φτάσει η έκτη μέρα. Πίσω στην πόλη της η οικογένεια της την έψαχνε παντού. Το τελευταίο μέρος που έψαξαν ήταν η βιβλιοθήκη. Ρωτούσαν ανθρώπους αν την έχουν δει πρόσφατα , αλλά τίποτα…
“Την τελευταία φορά καθόταν εδώ”, είπε ένας κύριος, και έδειξε μια γωνιά με ένα πεσμένο ανοιχτό βιβλίο στην μέση. Ήταν η γαλάζια λίμνη..
Η οικογένεια απόρησε. Πού είχε πάει, σκέφτηκαν. Η μητέρα της Ελένης σήκωσε το βιβλίο άτσαλα και έτσι της έπεσε. Σκίστηκε μια σελίδα και τότε όλα άλλαξαν!
Όταν έφτασε η έβδομη μέρα, η Ελένη ήταν πολύ στεναχωρημένη που θα έφευγε. Κάπως έτσι ήρθε και το ηλιοβασίλεμα κατά τη διάρκεια του οποίου θα εμφανιζόταν η πύλη. Όταν δεν εμφανίστηκε τίποτα, όλοι ήταν απορημένοι. Οι νεράιδες το έψαξαν πολύ. Μέσα από οράματα είδαν την κατάσταση του βιβλίου και πανικοβλήθηκαν. Ήταν σκισμένο και πλέον δεν υπήρχε τρόπος να γυρίσει το κορίτσι.
Όταν το είπαν ανήσυχες στην Ελένη περιμένοντας μια τελείως διαφορετική αντίδραση, στο πρόσωπό της ζωγραφίστηκε ένα αχνό χαμόγελο. Ήταν μπερδεμένη, αλλά αυτό που σίγουρα ήξερε ήταν ότι αγαπούσε την ζωή εκεί, και δεν ήθελε να την αφήσει ακόμα. Θα έβρισκε τρόπο να γυρίσει, αλλά αυτό αργούσε ακόμα. Ήταν ενθουσιασμένη για το τι της επιφύλασσε το μέλλον και πανέτοιμη για νέες περιπέτειες…..

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης