Βιομηχανική μουσική για τον βιομηχανικό πολιτισμό

Ποιος είναι ο πιο ενοχλητικός ήχος που μπορείτε να σκεφτείτε; Τα τρυπάνια και όλα τα διάφορα εργαλεία από τις οικοδομές; Τα μέταλλα που βαράνε το ένα πάνω στο άλλο; Μήπως οι δυνατές σειρήνες; Όλοι αυτοί οι ήχοι αποτελούν μέρος της ζωής μας, ένα μέρος το οποίο οι περισσότεροι θα θέλαμε μας έχει τους περισσότερους να ευχόμασταν να υπάρχει ένα κουμπί σίγασης για την ακοή μας. Υπήρχε όμως ένα κοινό ανθρώπων που δεν έβλεπαν τους θορύβους αυτούς ως ενοχλητικούς. Αντιθέτως, δημιούργησαν μουσική.

Δεν είναι ξεκάθαρο εάν τους άρεσαν οι ήχοι αυτοί ή εάν ήθελαν να πειραματιστούν. Ένα όμως είναι γνωστό, η μουσική αυτή μόνο σαν κανονική μουσική δεν ακουγόταν. Ήταν θορυβώδης, όχι σαν την rock ή την heavy metal, αλλά σαν να άκουγες έναν τσακωμό μεταξύ οικοδόμων, χρησιμοποιώντας διάφορα εργαλεία ως όργανα. Όποτε υπήρχαν στίχοι, ήταν τσιριχτοί, οι φωνές όμως, είχαν ποικιλία: άλλες φορές ήταν ψιθυριστές, άλλες θυμωμένες και τις περισσότερες φορές, τρομαγμένες. Δεν τραγουδούσαν τους στίχους, αλλά τους διάβαζαν όπως διαβάζει ο μέσος άνθρωπος ένα βιβλίο, μιλώντας για σκοτεινά θέματα όπως τους φόνους, βιασμούς, γενοκτονίες, ψυχολογικές ασθένειες, φασισμό και ότι άλλο αηδιαστικό ή άβολο μπορεί να υπάρξει. Οι παραστάσεις ήταν το κερασάκι στην τούρτα, όπως το περιγράφει ένας συγγραφέας “σαν να έβλεπες ένα ψυχικό άσυλο να παίζει μουσική με μέταλλα και τρυπάνια”.

Η βιομηχανική μουσική (Industrial music) είναι ένα είδος μουσικής που ξέσπασε στα μέσα με τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα στην Βρετανία. Ο όρος δημιουργήθηκε από τον Μόντε Καζάζα και τους Throbbing Gristle που δημιούργησαν το δισκογραφικό οίκο Industrial Records. Οι Throbbing Gristle είχαν εμπνευστεί από την rock αλλά και την νέα τότε ηλεκτρονική μουσική όπως και από πιο παλιά πειραματικά είδη μουσικής τα οποια θεωρούνται πρότο-βιομηχανικά (proto-industrial) όπως την γαλλική Musique Concrète, οπού χρησιμοποιούνται διάφοροι εγγεγραμμένοι ήχοι για την δημιουργία ενός κομματιού λεγόμενο “κολάζ ήχου”, η ηλεκτροακουστική μουσική (electroacoustic) που χρησιμοποιούσε πρώιμες συσκευές επεξεργασίας ήχου για να αλλάξει τον ήχο ακουστικών οργάνων αλλά και την λεγόμενη μουσική θορύβου (noise music) που, όπως υπονοεί το όνομα, χαρακτηρίζεται από πολύ δυνατούς ήχους χωρίς ρυθμό, μελωδία ή αρμονία.

Εδώ παρουσιάζεται ένα αρκετά σημαντικό ερώτημα, γιατί αυτά τα παλαιότερα είδη πειραματικής μουσικής δεν θεωρούνται industrial όταν περιγράφουν ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτήν την μουσική; Εκτός από το γεγονός ότι, η Industrial έχει και εμπνεύσεις από πιο παραδοσιακά είδη μουσικής και χρησιμοποιούσε κανονικά όργανα όπως κιθάρες, βιολιά και μπάσο, αυτό που την κάνει τελείως διαφορετική από τις εμπνεύσεις τις είναι ότι παίζει τεράστιο ρόλο το θέμα των πολιτικών. Η ονομασία της όπως και το σλόγκαν της “Βιομηχανική μουσική για βιομηχανικό πολιτισμό” (Industrial music for industrial people) δεν είναι τυχαία. Αναφέρεται αρχικά σε έναν βιομηχανικό ή εργοστασιακό ήχο αλλά επίσης και στην κριτική της “βιομηχανικής κοινωνίας”. Η industrial κουλτούρα, που αποτελούταν από μουσική, παραστάσεις αλλά και εικαστικές τέχνες, ήταν σχεδόν πάντα πολιτική και αντιπαραθετική. Το όνομα σηματοδοτούσε κριτική της μαζικής παραγωγής και της συμμόρφωσης, ενδιαφέρον για την παράβαση ανθρώπινων δικαιωμάτων, τα θέματα ταμπού και την κοινωνική μηχανική, γοητεία με τους μηχανισμούς της εξουσίας, της επιτήρησης και της βιομηχανίας. Ο όρος Industrial σηματοδότησε επίσης την απόρριψη οργανικών, συναισθηματικών, ανθρωπιστικών μορφών μουσικής, του ρομαντισμού της ροκ και της ζεστασιάς της παραδοσιακής ενορχήστρωσης. Τοποθέτησε το κίνημα ως σκόπιμα αποξενωμένο, μηχανικό και αντιπαραθετικό. Με λίγα λόγια,Η λέξη industrial χρησιμοποιήθηκε επειδή το κίνημα επιδίωξε να αντανακλά και να ασκεί κριτική στους μηχανισμούς, τον θόρυβο, την αποξένωση και την τραχύτητα της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας, τόσο σε ήχο όσο και σε ιδεολογία. Το σλόγκαν θέλει να δείξει ότι “αυτός είναι το soundtrack του κόσμου του οποίου ζούμε, και όχι μία ριψοκίνδυνη και ρομαντικοποιημένη ψευδή εκδοχή του”.

Το τέλος της δεκαετίας του εβδομήντα σήμανε και το τέλος του πρώτου κύματος της Industrial, με καλλιτέχνες όπως τους Throbbing Gristle, Μόντε Καζάζα, SPK και Cabaret Voltaire, και ξεκίνησε ένα νέο κεφάλαιο στην Industrial μουσική. To δεύτερο κύμα χαρακτηρίζεται από την μετα-βιομηχανική μουσική (Post-Industrial) που κράτησε τον δυνατό, πειραματικό και μηχανικό ήχο αλλά σε συνδυασμό με άλλα, πιο παραδοσιακά είδη μουσικής όπως της rock, metal, pop, new wave, hip hop και άλλα. Η post-industrial είχε πολύ μεγαλύτερους αριθμούς σε πωλήσεις και ακροατές, σε αντίθεση με την industrial του πρώτου κύματος, η οποία έγινε γνωστή ως pure-industrial αργότερα, που είχε ένα πολύ μικρότερο “υπόγειο” ενδιαφέρον.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η post-industrial δεν είναι είδος μουσικής αλλά μια συλλογή ειδών μουσικής. Η δεκαετία του ογδόντα χαρακτηρίζεται από έναν πιο ηλεκτρονικό ήχο με την ηλεκτρο-βιομηχανική μουσική (electro-industrial) με συγκροτήματα όπως τους Skinny Puppy, Front 242 και Front Line Assembly, ενώ η δεκαετία του ενενήντα, που θεωρείται και το τρίτο κύμα, είχε έναν πιο metal και rock ήχο με μπάντες όπως τους Godflesh, Nine Inch Nails και KMFDM. Η έναρξη της νέας χιλιετίας μέχρι και σήμερα έφερε το τέταρτο, και τελευταίο για τώρα, κύμα, που χωρίστηκε σε έναν ήχο βασισμένο στην pop, hip hop και την μουσική που παιζόταν σε club και rave, συγκροτήματα που προσπαθούσαν που είχαν εμπνευστεί από συγκροτήματα των προηγουμένων industrial κυμάτων και προσπαθούσαν να τα μιμηθούν όπως επίσης και λίγους καλλιτέχνες οι οποίοι προσπάθησαν να φέρουν πίσω τον δυνατό μηχανικό ήχο της κλασσικής industrial, ο οποίος είχε αραιωθεί αρκετά, σε συνδυασμό με νέες και πιο εξελιγμένες μεθόδους παραγωγής μουσικής. Δυστυχώς, η Industrial ήδη είχε παρακμή από τα τέλη της δεκαετίας του ενενήντα, με αποτέλεσμα η τωρινή κοινότητα να είναι επίσης υπόγεια σαν αυτή του πρώτου κινήματος, φυσικά όμως, σε μικρότερο βαθμό λόγω της ύπαρξης του διαδικτύου.

Η αραίωση του μηχανικού ήχου της industrial συνεχίζει να είναι ένα από τα μεγαλύτερα θέματα τσακωμού στην σημερινή κοινότητα. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι η Industrial, με τον συνδυασμό άλλων ειδών απέτυχε στην ίδια της την ιδεολογία του ότι “Ο κόσμος είναι μίζερος και δεν πρέπει να το κρύβουμε πίσω από γλυκανάλατα rock και pop τραγούδια”. Αντιθέτως, άλλοι πιστεύουν ότι η Industrial ήταν ένα πείραμα, μια αποστολή να παρουσιάσει το πως γίνεται να χρησιμοποιήσεις τους χειρότερους ήχους για να δημιουργήσεις μουσική, μιας και, ο λόγος που οι Throbbing Gristle έσπασαν ήταν επειδή “η αποστολή τους είχε ολοκληρωθεί”, άλλοι λένε ότι εμείς ήμασταν το πείραμα που μετατρέψαμε την σκληρή μουσική σε κάτι για όλους και άλλοι, λένε ότι επειδή η ιδεολογία της industrial ήταν κατά της σκλαβιάς της ανθρωπότητας στην βιομηχανία, εάν η industrial δεν άλλαζε ποτέ και γινόταν επαναλαμβανόμενη και αναμενόμενη, τότε θα παραβίαζε την ίδια της ιδεολογία.

Δημήτρης Σταθακάρος