Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ Η ΜΑΡΙΑ

Ευθυμογράφημα του μαθητή Καλπακίδη Ευάγγελου

Η γιαγιά μου η Μαρία ήταν ένας άνθρωπος που δεν περνούσε απαρατήρητος κι έχω πολλά να θυμάμαι από κείνη.
Η γιαγιά ήταν κοινωνική. Όλοι της γειτονιάς ήταν πάντα καλεσμένοι στο σπίτι για καφέ, αλλά σιχαινόταν το κουτσομπολιό. Έτσι καμία φορά που άκουγε διάφορα από τις γειτόνισσες, σαν ντόμπρα Μπαφραλού που ήταν, τις τραβούσε και ένα χέρι ξύλο και έλεγε:
«Αχ! Καλά που ήρθα και έκανα ένα χωριό ανθρώπους!»
Όπως συχνά έλεγε το γέλιο ήταν η μισή της ζωή. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να περνούσε από εκεί να μην τόνιζε τα παραπτώματα του.
Η γειτόνισσα απέναντι είναι μια εύσωμη γυναίκα που όταν έβγαινε στο μπαλκόνι τη φώναζε η γιαγιά μου:
«Μωρή χοντρή, έλα να πιούμε έναν καφέ, εκεί θα είναι ο άντρας σου δε φεύγει!».
Μια θεία που έχει συγχωρεθεί ( Θεός σχωρέσ’ την) το έπαιζε αριστοκράτισσα και όποτε περνούσε από το σπίτι δε μιλούσε, γιατί η γιαγιά μου ήταν αγρότισσα. Δυστυχώς όμως γι’ αυτήν, την πιάνει η περιβόητη γιαγιά μου μια μέρα και της λέει:
«Μωρή βλαμμένη το σπίτι σου σαν το μαντρί του άντρα μ’ είναι και συ κάθεσαι και το παίζεις κυρία. Α! και πρόσεχε, γιατί το κέρατό σου έφτασε στο Θεό!!».
Θυμάμαι στην ηλικία των 12 ετών, όταν η γιαγιά μου είχε πέσει στο κρεβάτι που πόνου και δεν είχε σώας τας φρένας, φανταζόταν διάφορα πράγματα.
Μια φορά νόμιζε ότι μαγείρευε φασολάδα πάνω στο κρεβάτι. Καθώς έκανε από μόνη της κάποιες κινήσεις, φωνάζει τη μαμά μου και της λέει :
«Φέρε βρε νύφη λίγο το αλάτι, το φαΐ είναι ανάλατο».
Τότε η μαμά μου μη μπορώντας να πιστέψει τα όσα άκουγα γυρνάει και της λέει:
«Mάνα ποιο φαΐ, συγκεντρώσου, τι είναι αυτά που λες, δεν έχεις τίποτα μπροστά σου»
και η γιαγιά μου, καθώς δε χώνευε και πολύ τη μαμά μου, απαντάει:
«Μμμμμ παλιοβλάχα, που σ’ έβαλα στο σπίτι μ’!»
Ο πατέρας μου τότε τη μάλωνε:
«Μάνα τι ν’ αυτά που λες, ακούει και το παιδί (το παιδί ήμουν εγώ).
Μμμμ τώρα θυμήθκες ότι έχεις παιδί;»

Μια άλλη φορά θυμάμαι που έλεγε:
«Εγώ Πόντιες νύφες ήθελα και άλλες κι άλλες μου ήρθαν. Αααχχ!! τα καημένα τα παιδιά μου έμπλεξαν, νηστικά τα αφήνουν οι χολέρες».
«Πάει, το ’χασε το μυαλό της», έλεγαν όλοι.
Όμως λίγο πριν τα τελευταία της η γιαγιά συνήλθε για μια στιγμή.
Μας θυμήθηκε όλους, ζήτησε συγγνώμη απ΄ τις νύφες της και τους γιους της και κοιμήθηκε έχοντας κερδίσει μια θέση στην καρδιά όλων όσων πέρασαν από κοντά της.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΑΛΠΑΚΙΔΗΣ

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης