«Εκδρομή στον Όλυμπο» – Φίλιππος Πετρίδης-Κολοκυθάς

Μακρόπουλος Θοδωρής βόλτα στον Όλυμπο

Η εικονογράφηση είναι του Θεόδωρου Μακρόπουλου, μαθητή της Β΄ Γυμνασίου

Ένα όμορφο πρωινό του Ιουλίου τρεις φίλοι, ο Γιώργος, η Ευσταθία και η Δούκισσα, ξεκίνησαν να πάνε μια εκδρομή στο όρος Όλυμπος. Είχαν διαβάσει και είχαν ακούσει στο σχολείο για το βουνό αυτό πάρα πολλά που αποφάσισαν να το επισκεφτούν. Μελέτησαν όλη τη διαδρομή από το σπίτι του παππού και της γιαγιάς του Γιώργου, όπου θα φιλοξενούνταν για μερικές μέρες, στο όμορφο Λιτόχωρο. Το προηγούμενο βράδυ, πριν την εξόρμηση, οι τρεις φίλοι κάθισαν στο τραπέζι να φάνε το βραδινό τους και εκεί συζήτησαν τις τελευταίες λεπτομέρειες για το ταξίδι. Ο Γιώργος έπεσε τελευταίος για ύπνο και, μάλιστα, επειδή ήταν λιγάκι αγχωμένος, άργησε να αποκοιμηθεί.

Την άλλη μέρα το πρωί: …

Γιώργος: Παιδιά, είστε έτοιμοι;

Δούκισσα: Εγώ ακόμα φτιάχνω την τσάντα με τα σημαντικά.

Γιώργος: Εσύ, Ευσταθία, τι κάνεις;

Ευσταθία: Αν σου πω θα γελάσεις… τρώω κρέπες για τελευταία φορά γιατί δεν θα αντέξω με τα φαγητά που θα τρώμε εκεί πέρα στο βουνό.

Όλοι γέλασαν με τα λόγια αυτά της Ευσταθίας. Ο Γιώργος έπειτα απευθύνθηκε στη Δούκισσα.

Γιώργος: Δούκισσα, πόσα πράγματα έχεις βάλει στην τσάντα σου και κάνεις τόση ώρα;

Δούκισσα: Κάτι λίγα, καλέ. Ίσα ίσα τα σημαντικά.

Γιώργος: Δηλαδή;

Δούκισσα: Ε, να, πήρα 3 φακούς, 1 σκηνή, 5 μπουκάλια νερού, 1 κατσαρόλα, γκαζάκι, καλάμι ψαρέματος, 3 υπνόσακους, τα κινητά μας και τράπεζα ρεύματος ώστε να τα φορτίσουμε.

Γιώργος: Α, εντάξει, μια χαρά. Τέλος πάντων, πάμε να φύγουμε, ελάτε!

Μετά από έξι ώρες, λοιπόν, φτάνουν στα δάση του Ολύμπου και στήνουν την σκηνή τους.

Ευσταθία: Παιδιά, ακούστε, τώρα που είμαστε έτοιμοι ας πάω εγώ με τον Γιώργο για ψάρεμα και εσύ, Δούκισσα, ετοίμασε φωτιά για να ψήσουμε τα ψάρια που θα πιάσουμε, όταν γυρίσουμε.

Γιώργος: Ευσταθία, βλέπω μια περιοχή εδώ κοντά στον χάρτη … μου φαίνεται ό,τι πρέπει για ψάρεμα.

Ευσταθία: Ωραία, πάμε!

Δούκισσα: Αντίο, σας περιμένω.

Ευσταθία: Μα πότε φτάνουμε, επιτέλους;

Γιώργος: Με έπρηξες, «πότε φτάνουμε» και «πότε φτάνουμε»! σε 5 λεπτά σου είπα!

Ευσταθία: Αυτό μου το λες εδώ και ένα τέταρτο, εγώ γυρνάω πίσω, Γιώργο, κουράστηκα! πήγαινε μόνος σου. Εγώ θα κάτσω στην λίμνη που είναι κοντά μας και ας είναι μικρή.

Γιώργος: Καλά, αν είναι έτσι, κάθομαι και εγώ εδώ. Ρίξε μια εσύ με το καλάμι με κανένα λουλούδι όσο εγώ ετοιμάζω το κανονικό δόλωμα.

Ευσταθία: Γιώργο, έλα γρήγορα έπιασα κάτι πάρα πολύ βαρύ.

Μετά από μια μεγάλη προσπάθεια το σηκώνουν και τι να δουν! Μια τεράστια τρίαινα! Δεν πρόλαβαν καλά καλά να τραβήξουν την … «ψαριά» τους έξω στην όχθη και να! πετάγεται από τα γαλαζοπράσινα νερά της λίμνης ένας μεγαλόσωμος γενειοφόρος άντρας με συνοφρυωμένο και βλοσυρό πρόσωπο. Αμέσως με στεντόρεια φωνή τους μίλησε:

Ποσειδώνας: Πώς τολμάτε να ψαρεύετε εδώ πέρα;

Γιώργος: Ποιος είσαι εσύ;

Ευσταθία: Έχει γούστο να είναι κανένας Κακλαμανάκης*.

Ποσειδώνας: Ποιος Κακλαμανάκης, ο Ποσειδώνας είμαι και εσείς ψαρεύετε στο εξοχικό μου. Τώρα πρέπει να πληρώσετε!

Γιώργος και Ευσταθία: Χίλια συγνώμη, κύριε Ποσειδώνα, δεν το ξέραμε.

Είπαν και οι δύο τρομαγμένοι και πήγαν να φύγουν με ελαφρά πηδηματάκια. Μα ο Ποσειδώνας τους γράπωσε και τους πήρε κάτω στον βυθό, στο εξοχικό του.

Γιώργος: Μα, κύριε, σας είπαμε ότι το κάναμε κατά λάθος.

Ποσειδώνας: Δεν με ενδιαφέρει. Χαρείτε την τελευταία μέρα την ζωής σας γιατί αύριο θα γίνετε το πρωινό μου.

Οι δυο φίλοι έμειναν μόνοι στο υδάτινο κελί τους να συλλογίζονται τι να κάνουν. Όσο όμως και να βασάνιζαν με σκέψεις το μυαλό τους καμιά λύση δεν έβρισκαν. Και αποκαμωμένοι καθώς ήταν, τους πήρε γρήγορα ο ύπνος. Την άλλη μέρα το πρωί, τους ξύπνησαν οι φρουροί- ξιφίες του Ποσειδώνα και τους πήγαν μπροστά στον θρόνο του αφέντη τους. Το κελί τους είχε με μαγικό τρόπο μεταφερθεί στη θάλασσα των ακτών της Πιερίας. Όμως ο Ποσειδώνας είχε ήδη μεταμορφωθεί σε έναν πελώριο καρχαρία που με μια χαψιά τους κατάπιε ολοζώντανους στην κοιλιά του.

Ευσταθία: Τι είναι αυτή η πελώρια θάλασσα που κολυμπάμε;

Γιώργος: Δεν είναι θάλασσα, είναι το στομάχι του Ποσειδώνα. Και τώρα τι κάνουμε;

Ευσταθία: Έχω μια ιδέα. Θα ανέβουμε από τον οισοφάγο του στο κεφάλι του και θα βγούμε από τα ρουθούνια του βουλώνοντας τα κιόλας οπότε να μην μπορεί ούτε να μας μυρίσει. Σε 3, 2, 1 πηδάααααμεεεεε…..

Ποσειδώνας: Μα, τι στο καλό… Φρουροί! πιάστε τους!

Γιώργος: Έλα! Τρέξε! πάμε να φύγουμε πριν μας φτάσουν!

Και αν αναρωτιέστε αν τελικά τους πιάσανε, βρέθηκαν όλοι τους ασφαλείς στα κρεβάτια τους … γιατί ήταν ένα όνειρο του Γιώργου και όλα αυτά έγιναν στον ύπνο του!

Και η εκδρομή έγινε και πέρασαν και οι τρεις τους υπέροχα!

______________

* χρυσός και αργυρός Ολυμπιονίκης στην ιστιοσανίδα

Ο Φίλιππος Πετρίδης – Κολοκυθάς είναι μαθητής της Β΄ Γυμνασίου

Η εικονογράφηση είναι του Θεόδωρου Μακρόπουλου, μαθητή της Β΄ Γυμνασίου

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης