Η Αμέλεια ποτέ δεν το πίστευε. Δεν πίστεψε ποτέ πως κάτι τόσο τραγικό θα μπορούσε να συμβεί. Είναι βράδυ και η μικρή Αμέλεια είναι καθισμένη στο κρύο πάτωμα του δωματίου της, από το παράθυρο μπαίνει ο κρύος αέρας που την μαστιγώνει. Σκέφτηκε πως κάπως έτσι θα ένιωθε και εκείνος, ότι θα κρύωνε, ότι θα ένιωθε μοναξιά και δάκρυα καυτά κύλησαν στο πρόσωπό της. Η σκέψη αυτή την στοίχειωνε, της κατέκλυζε τον νου και δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε άλλο παρά μόνο εκείνον. Της είχε πει ότι θα γύριζε γρήγορα και ότι θα ήταν πάλι μαζί αλλά…
Δεν αντέχει άλλο να πνίγει τον πόνο, σηκώνεται και πάει αργά μέχρι το γραφείο της. Αρπάζει ένα χαρτί και ένα μοβ στυλό. Θέλει να γράψει. Θέλει να αποτυπώσει την κάθε ανάμνηση στο χαρτί. Ξεκινά… Όμως το μόνο που κατάφερε ήταν να μουτζουρώσει το κατάλευκο χαρτί με μοβ μελάνι. Το τσαλακώνει, το πετάει και παίρνει άλλο αλλάζει και στυλό παίρνει ένα πορτοκαλί. Οι σκέψεις τρέχουν μέσα στο μυαλό της, δεν ξέρει τι να γράψει πρώτα, δεν ξέρει τι είναι πιο σημαντικό. Ξαφνικά χίλιες αναμνήσεις με εκείνον της κυριεύουν. Τι να πρωτογράψει; Την γνωριμία τους; Και αν ναι, πώς να την περιγράψει; Κάπως έτσι αρχίζει σιγά σιγά να ζει ξανά εκείνες τις χαρούμενες στιγμές. Σιγά σιγά αφήνεται ελεύθερη και οι εικόνες ζωντανεύουν. Είναι η γνωριμία τους. Οι ανάμνηση γεννιέται ξανά σαν να αποκτά σάρκα και οστά και της ζωγραφίζει την κάθε λεπτομέρεια. Οι μυρωδιές, το απαλό αεράκι, το περπάτημα των περαστικών και μέσα σε όλα αυτά η εικόνα του… Ο ήχος της καθησυχαστικής, μελωδικής φωνή του. Τίποτα δεν έχει αλλάξει είναι όλα ίδια ακόμα και τα συναισθήματά της. Όμως η φωνή της μητέρας της την συνεφέρει στο παρόν και της υπενθυμίζει πως πρέπει να κοιμηθεί γιατί είναι αργά. Πάει στο κρεβάτι της, παίρνει το κινητό της και μπαίνει στην συνομιλία τους. Διαβάζει από την αρχή τα μηνύματα και φαντάζεται πως είναι δίπλα της και της μιλάει. Προσπαθεί να τον νιώσει δίπλα της για ακόμα μια φορά αλλά μάταια, τελικά αποκοιμιέται.
Όταν τελικά ξυπνά ο ήλιος έχει ανέβει ψηλά στον ουρανό και λούζει με τις αχτίδες του όλη την γη. Στέλνει μια από τις αχτίδες του και σε εκείνη για την φωτίσει λίγο, όμως η Αμέλεια αρνείται το φως του. Μόνο ένα φως είχε και έχει ανάγκη, το δικό του και για να το αποκτήσει χρειαζόταν απλά να της ρίξει ένα βλέμμα, να της χαμογελάσει, να της μιλήσει. Μόνο με αυτά η Αμέλεια μπορούσε να ζήσει, δεν χρειαζόταν το φως του ήλιου, είχε τον δικό της ήλιο πριν της τον πάρουν μακριά, πριν η μοίρα τον κλέψει. Ξαφνικά το κινητό της δονείται, το κοιτάζει : ΥΠΕΝΘΎΜΙΣΗ Επέτειος Δώρο! Βάζει ένα φούτερ και μια φόρμα, παπούτσια, παίρνει τα κλειδιά και το κινητό της και φεύγει. Βγαίνει στο πεζοδρόμιο και αρχίζει να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορεί τόσο που νιώθει τους πνεύμονές της να καίνε. Στρίβει στο στενό και φτάνει έξω από το σπίτι του. Βάζει το κλειδί στην κλειδαρότρυπα και το γυρνά αργά. Με δισταγμό μπαίνει μέσα. Αντικρίζει ξανά αυτό το γνώριμο μέρος που έχει ποτίσει με τις αναμνήσεις τους. Προχωρά στο υπνοδωμάτιο του και αυτό είναι ακριβώς όπως το θυμόταν. Οι τοίχοι γαλάζιοι, η βιβλιοθήκη γεμάτη με βιβλία φαντασίας και εκείνο που του έκανε δώρο στα γενέθλιά του η Αμέλεια, μια εγκυκλοπαίδεια. Όλα τακτοποιημένα και τοποθετημένα με ακρίβεια τόσο που φοβάσαι να μην και τα κουνήσεις. Πάνω στο γραφείο του βλέπει ένα ροζ μικρό κουτί με κόκκινη κορδέλα και μια καρτελίτσα που γράφει « Στην Μικρή μου». Ξετυλίγει το κουτί γεμάτη αγωνία και προσμονή. Βλέπει το δαχτυλίδι. Εκείνο που του είχε πει πως της αρέσει την ημέρα που πήγαν βόλτα στην Αθήνα με το μετρό. Χαμογελά και το φοράει όμως η θλίψει επιστρέφει όταν σκέφτεται ότι αυτό που θέλει είναι να της το φορέσει εκείνος. Στην άκρη του κρεβατιού βλέπει πεταμένη άτσαλα την αγαπημένη του ζακέτα. Την φοράει και κάθεται στο πάτωμα. Εισπνέει βαθιά και αφήνει το άρωμά του να την μαγέψει όπως πάντα. Ίσως αυτή η ζακέτα είναι το μόνο που τους συνδέει πλέον. Ανοίγει το κινητό της και συνεχίζει να διαβάζει την συνομιλία τους από εκεί που σταμάτησε το προηγούμενο βράδυ. Πόσα μηνύματα; Πόσες ατελείωτες συζητήσεις που είχε ήδη ξεχάσει; Κι αν ξεχάσει και άλλα; Αν τελικά μετατραπούν όλα σε μια θολή ανάμνηση; Όχι! Της είναι αδιανόητο! Δεν γίνεται να τον ξεχάσει! Δεν μπορεί! Δεν πρέπει να τον ξεχάσει! Όχι μετά από όλα όσα έζησαν μαζί, μετά από όλες αυτές τις αμέτρητες εμπειρίες… Δεν έχει το δικαίωμα να τον ξεχάσει… Οι σκέψεις της διακόπηκαν όταν άκουσε κάποιον να μπαίνει στο δωμάτιο. Ήταν η μητέρα του. Μα πόσο πολύ μοιάζουν! Μόλις την αντικρίζει η Αμέλεια βάζει τα κλάματα. Η μητέρα του την πλησιάζει, κάθεται δίπλα της και της χαρίζει αυτό που ποθούσε τόσες μέρες. Μια τρυφερή αγκαλιά. Κάτι που η δική της μητέρα δεν θα της χάριζε ποτέ. Η μητέρα της ποτέ δεν δέχτηκε της σχέση της με εκείνον, ίσως να χάρηκε που τώρα αυτός δεν είναι εδώ.
Όταν η Αμέλεια σταμάτησε να κλαίει και η μητέρα του έφυγε, εκείνη δεν μπορούσε να κουνηθεί. Δεν ήθελε να γυρίσει στο σπίτι της με την μαμά της να της λέει να το ξεπεράσει, γιατί δεν ήθελε να το ξεπεράσει. Αποφάσισε να μείνει εκεί, στο μέρος όπου αυτός ήταν παντού. Στο μέρος όπου μπορούσε να τον δει. Να τον δει να συμμαζεύει, να διαβάζει, να κοιμάται, να γράφει τραγούδια και να της τα αφιερώνει και τότε το θυμήθηκε. Το MP3 με τα τραγούδια του που δεν της τα είχε δώσει ακόμα. Αρχίζει να ψάχνει παντού για να το βρει. Στα συρτάρια, στην βιβλιοθήκη, κάτω από το κρεβάτι και τελικά το βρήκε μέσα στην ντουλάπα του μαζί με τις παρτιτούρες του. Βάζει τα ακουστικά και πατάει το play και η μελωδία ξεκινά. Ο ήχος της κιθάρας σε συνδυασμό φωνή του της φαντάζει μαγευτικός και απερίγραπτος.
« Να ξέρεις θα μείνω εδώ, να ξέρεις
Θα σ’ αγαπώ για πάντα…
Ακόμα και αν εσύ με αφήσεις
Ακόμα και αν το τέλος του κόσμου έρθει
Ακόμα και αν ο ουρανός πέσει και αν
Ο ήλιος αποφασίσει να σβήσει
Εγώ θα σ’ αγαπώ για πάντα…»
Ακούγοντας το τραγούδι του τα συναισθήματά της σχηματίζουν έναν απερίγραπτο χάρτη. Δεν ξέρει αν είναι χαρούμενη ή λυπημένη, αν νιώθει συγκίνηση ή θυμό που δεν τήρησε την υπόσχεση που δίνει στο τραγούδι και δεν είναι πια κοντά της. Το τραγούδι τελείωσε και είναι έτοιμη να βγάλει τα ακουστικά όταν ακούει την φωνή του να λέει : Ελπίζω να κατάλαβες το νόημα… Όταν θα το ακούς αυτό θα είμαι εκεί και θα σε περιμένω. Σαν αστραπή η σκέψη ότι θα τον ξαναδεί, ότι ίσως όλο αυτό ήταν απλά μια φάρσα την κάνει να σηκωθεί και να φύγει γρήγορα από το σπίτι. Ήξερε πολύ καλά που θα την περίμενε. Στο μέρος που γνωρίστηκαν. Στον σταθμό του μετρό. Τρέχει γρήγορα, πιστεύοντας ότι θα τον συναντήσει ξανά, με την ελπίδα ότι θα της πει πως όλα ήταν ψέματα και πως θα γιορτάσουν την επέτειό τους… Την πρώτη τους επέτειο. Όταν φτάνει στον σταθμό βγάζει εισιτήριο όσο πιο γρήγορα μπορεί και τρέχει προς το παγκάκι που γνωρίστηκαν. Όμως όταν φτάνει εκεί δεν υπάρχει κανένας παρά μόνο ένα μικρό σπουργίτι, που μόλις το πλησιάσει λίγο αυτό πετά μακριά. Τι περίμενε άραγε; Αφού ήξερε ότι δεν θα τον δει ποτέ ξανά γιατί είχε αυτή την ανόητη ελπίδα; Ο ήχος του μετρό την κάνει να νιώσει αηδία. Αυτό το θανατηφόρο μέσο μαζικής μεταφοράς, της είχε στερήσει την μοναδική χαρά της εκείνη της απαίσια μέρα την εικοστή ογδόη Φεβρουαρίου του 2023. Εκείνη την ημέρα που τον περίμενε πως και πώς να γυρίσει και να τον αγκαλιάσει. Εκείνη την ημέρα που το τρένο μεταμορφώθηκε σε εκείνη την βάρκα που ο Άδης μεταφέρει της αδικοχαμένες ψυχές στον άλλο κόσμο. Όμως όχι, εκείνος δεν πήγε στον Άδη, για αυτό ήταν σίγουρη η Αμέλεια. Ήταν σίγουρη πως εκείνος πέταξε μακριά προς το άπειρο, όπως εκείνο το μικρό σπουργιτάκι.
Μετά από πολύ ώρα γύρισε στο σπίτι της. Δεν μίλησε στην μαμά της όσο και αν εκείνη της φώναζε, η Αμέλεια την κοίταζε με βλέμμα κενό. Όταν πια η μαμά της αγανάκτησε και την άφησε μόνη της η Αμέλεια μπόρεσε να σκεφτεί καθαρά. Πήγε στο γραφείο της και κοίταξε την προσπάθεια της να γράψει, αλλά αυτό δεν χρειαζόταν πια. Ήταν πια σίγουρη πως δεν θα τον ξεχνούσε ποτέ, δεν θα ξεχνούσε ποτέ τον μόνο άνθρωπό που αγάπησε με όλη της την καρδιά. Παίρνει ένα καινούριο χαρτί και ένα κίτρινο στυλό και γράφει.
« Θα σ’ αγαπώ για πάντα»
Ευφραιμία Κωνσταντή
