Η Αθήνα γίνεται στην «Μενεξεδένια Πολιτεία» κεντρικός ήρωας του έργου επηρεάζοντας τους υπόλοιπους ήρωες της ιστορίας. Ειδικότερα παρουσιάζεται η ομορφιά και η αίγλη της πόλης αυτής (μέσα στο πέλαγος τον άσπρο σπιτιών). Επίσης παρομοιάζεται με μία εφηβική ύπαρξη η οποία τώρα μεγαλώνει και τονίζεται ιδιαίτερα η ομορφιά της (Μοιάζει σαν εφηβική ύπαρξη που ξαφνικά και αναπάντεχα ξεπέταξε την κρυμμένη άνθηση της). Ωστόσο παρά την τελειότητα που παρουσιάζεται να έχει η Αθήνα στην πρώτη παράγραφο του κειμένου, φαίνεται πως η ζωή εκεί δεν είναι και τόσο αθώα. Παρομοιάζεται ακόμα και με υποχθόνια καρδιά δίνοντας έμφαση στο μοιραίο χαρακτηρισμό της αλλά και με θεότητα απόκρυφη και δυναστική υπενθυμίζοντας την έλξη που ασκεί στους ανθρώπους, ενώ προσωποποιείται και ως θεριεμένο τέρας που κυβερνάει την ανθρωπομάζα. Τέλος χρησιμοποιείται και η παρομοίωση της πόλης με πλοκάμι που απλώνεται και τραβάει τους ανθρώπους σαν τροφή σε ένα κάλεσμα που ίδιοι δεν μπορούν να αντισταθούν λόγω της παραμυθένιες πολιτείας στην οποία έχει μετατραπεί.
Μέσα από το κείμενο όμως φαίνεται και η επιρροή της Αθήνας στον τρόπο ζωής των κατοίκων της. Πιο συγκεκριμένα στο δεύτερο απόσπασμα τονίζεται ιδιαίτερα η νυχτερινή διασκέδαση που πρωτοεμφανίζεται και έλκει όλους τους ανθρώπους (μεγάλο άδυτο όπου είσοδος θα του ήτανε για πάντα απαγορευμένη, γλεντζέδικη αθηναϊκή συντροφιά, Στύλωσε τα μάτια του στην πολιτεία, -Αυτή μου την πήρε, είπε). Με αυτόν τον τρόπο φαίνεται πως η Αθήνα με την νέα ανάπτυξη της ασκεί ιδιαίτερη επιρροή στις αποφάσεις και στον τρόπο ζωής των ηρώων του κειμένου καθώς φαίνεται στο συγκεκριμένο απόσπασμα πως η κυρία Όλγα φτάνει σε σημείο να παραμελήσει και στο τέλος να εγκαταλείψει την οικογένειά της για να αφοσιωθεί στην νυχτερινή ζωή της Αθήνας (Φευγαλέα την πήρε το μάτι του σε δυο τρία μεγάλα κέντρα -μα δεν ήτανε και βέβαιος- στο πλευρό ενός μελαχρινού με ψιλό κορακάτο μουστάκι. Τότε ανησύχησε, Δε γύρισε ούτε την άλλη μέρα. Δε γύρισε ποτέ.)
