1η Δημοσίευση: Μάρτιος 2026
Συντάκτης Άρθρου: Βανέσα Γκεοργκίεβα τμ. Γ’2.
__________________________________________
Τότε που κόπασε κάπως η μάχη με τον Δράμαλη στα Δερβενάκια, προχώρησε ο Νικηταράς προς το μέρος που είχαν κρυφτεί τη νύχτα οι Τούρκοι. Εκεί άκουσε βογκητά και τρέχει να δει. Ένας Τούρκος ήταν βαριά χτυπημένος από βόλι στη μέση και υπέφερε από αβάστακτους πόνους. Μόλις είδε τον Νικηταρά, τον παρακάλεσε να του κόψει το κεφάλι! Ο Νικηταράς, όμως, του είπε:
Είμαι πολεμιστής και όχι δήμιος. Άϊντε να σε πάω πάνω στο καραούλι, να σε γειάνει ο γιατρός μας.
Πραγματικά, τον πήρε στον ώμο του και τον πήγε εκεί που ήταν ο γιατρός τους, ο Παναγιώτης Γιατράκος. Δηλαδή έκανε αυτό, που θα έπρεπε να κάνουν οι Τούρκοι στο σύντροφό τους!
Καθώς ανηφόριζαν, άκουσε ο Τούρκος αυτός τους Έλληνες να φωνάζουν τον Νικηταρά «καπετάν Νικήτα». Τότε χωρίς να ξέρει ο Τούρκος πως ο «καπετάν Νικήτας» ήταν ο ίδιος ο Νικηταράς που τον είχε στην πλάτη του, τον ρωτάει:
Έχεις καμιά συγγένεια με τον Νικηταρά, τον Τουρκοφάγο, που τόσα λένε γι’ αυτόν όλοι οι Τούρκοι;
Όταν ο Νικηταράς του είπε ότι αυτός είναι, άρχισε να τρέμει ο Τούρκος και να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του. Καθώς προχωρούσαν, ένοιωσε ο Νικηταράς ένα μαχαίρι στο λαιμό του! Με μια απότομη κίνηση πιάνει το χέρι του Τούρκου που κουβαλούσε στις πλάτες του και του λέει με αγανάκτηση:
Δεν είσαι εντάξει, ορέ! Εγώ θέλω να σε γλυτώσω κι εσύ πας να με σκοτώσεις;
Όχι, του λέει εκείνος. Ήθελα να κόψω μια τούφα απ’ τα μαλλιά σου, για να θυμάμαι που μου έσωσες τη ζωή!
Παρ’ όλα αυτά ο Νικηταράς τον πήγε στον γιατρό τους και τον περιποιήθηκε. Ήταν όμως το τραύμα αγιάτρευτο και σε λίγες ημέρες ο Τούρκος αυτός πέθανε.
