Το «Κρυφό Σχολειό»

          Ο όρος «κρυφό σχολειό» χρησιμοποιήθηκε τον 19ο αιώνα, για να δηλώσει τη διδασκαλία των μοναχών και των κληρικών στα Ελληνόπουλα, σε μοναστήρια και ναούς. Σύμφωνα με τον θρύλο του «κρυφού σχολειού», η Οθωμανική Αυτοκρατορία απαγόρευε την εκπαίδευση των υπόδουλων Ελλήνων στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, για να εξασφαλίσει την αμάθεια και, έτσι, και τη δουλοφροσύνη τους. Και είναι αλήθεια ότι τα πρώτα χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς Τούρκους, δεν υπήρχε συστηματική λειτουργία των σχολείων, με εξαίρεση ορισμένες πόλεις. Τον 16ο αιώνα η κατάσταση άρχισε να βελτιώνεται. Στην Πατριαρχική Σχολή στην Κωνσταντινούπολη «εδίδασκε την ελληνικήν φωνήν και τέχνην» ο Ιωάννης Ζυγομαλάς, σε 15 μαθητές αρχικά. Το 1585 στη Θεσσαλονίκη, το 1586 στη Αθήνα και το 1593 στην Κύπρο, μαρτυρείται η λειτουργία σχολείων, κυρίως χάρη στην παρουσία λογίων στις περιοχές αυτές. Αντίθετα, στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο επικρατούσε πνευματικό σκοτάδι. Μετά το 1570, η Εκκλησία άρχισε να ιδρύει σχολεία σε μοναστήρια και ναούς, για τη διδασκαλία ανάγνωσης και γραφής.

          Εστίες παιδείας διατηρήθηκαν κυρίως στο πλαίσιο της Εκκλησίας και ιδιαίτερα των μοναστηριών, τα οποία περιγράφονται ως «καταφύγια» των λογίων και των γραμμάτων και «κευθμώνες [κρυψώνες] πολλών θησαυρών των αρχαίων προγόνων». Το 1608 ο Γερμανός θεολόγος και διπλωμάτης στην Κωνσταντινούπολη Salomon Schweigger αναφέρει την ύπαρξη μικρών ελληνικών σχολείων όπου διδάσκουν καλόγεροι. Τα σχολεία αυτή την περίοδο λειτουργούσαν με την κηδεμονία της εκκλησίας κυρίως, για να ετοιμάσουν στελέχη για τις ανάγκες της, καθώς ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως είχε τεθεί επικεφαλής του μιλλέτ («έθνους») των Ορθοδόξων υπηκόων της αυτοκρατορίας. Η κεντρική διοίκηση στην Κωνσταντινούπολη δεν απαγόρευσε τη λειτουργία ελληνικών σχολείων και εκκλησιών, αλλά αυτή η θρησκευτική ανοχή έπρεπε να εξαγοράζεται. Όπως επισημαίνει ο Νεοκλής Σαρρής, για να διατηρούν οι χριστιανοί τους θρησκευτικούς τους θεσμούς έπρεπε να ρέει σταθερά νόμιμο και παράνομο χρήμα από αυτούς προς τους Οθωμανούς, ακόμα και τον ίδιο τον Σουλτάνο.

           Κατ” άλλη άποψη, η μη απαγόρευση ίδρυσης σχολείων δε σχετίζεται με το κρυφό σχολειό, καθώς το οθωμανικό καθεστώς δεν ήταν συνταγματικό καθεστώς, ώστε υπό μορφή συμβολαίου μεταξύ σουλτάνου και κατακτημένων να προβλέπει ή να μη προβλέπει κάτι. Τα προνόμια που παραχωρούν οι σουλτάνοι δεν έχουν το περιεχόμενο του ατομικού δικαιώματος αλλά είναι προνόμια του πατριάρχη ή κάποιας κοινότητας και ισχύουν με την προϋπόθεση της πλήρους υποταγής. Έτσι, διαπιστώνεται ότι σε διάφορες επαρχίες και κατά περιόδους υπήρχαν σοβαρά εμπόδια έως και καταστροφές σχολείων. Η μοναδική Ορθόδοξη οργανωμένη σχολή ήταν η Πατριαρχική Ακαδημία (Μεγάλη του Γένους Σχολή), μετά την επανίδρυσή της το 1454.

           Μπορεί, λοιπόν, η κεντρική εξουσία της οθωμανικής αυτοκρατορίας να μην εμπόδιζε την παροχή παιδείας στους υπόδουλους Έλληνες, όμως, κάποιοι αξιωματούχοι σε απομακρυσμένες περιοχές δυσχέραιναν και απαγόρευαν τη λειτουργία σχολείων, συχνά λόγω της αναστάτωσης που προκαλούσαν τα κατά τόπους απελευθερωτικά κινήματα. Από τα μέσα του 17ου αιώνα και, κυρίως, από τις αρχές του 18ου αιώνα, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει. Η κατάργηση του παιδομαζώματος, η οργάνωση του εμπορίου, η μεγάλη διάδοση των ελληνικών βιβλίων που τυπώνονταν στη Βενετία, τη Βιέννη και αλλού, η εμφάνιση των εθνικών ευεργετών που άφηναν μεγάλα χρηματικά ποσά για την ίδρυση σχολείων στις ιδιαίτερες πατρίδες τους και ο ηπιότερος τρόπος με τον οποίο πλέον η οθωμανική αυτοκρατορία αντιμετώπιζε τους υπόδουλους Έλληνες, είχαν σαν αποτέλεσμα την ίδρυση πολλών σχολείων σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και την εμφάνιση των λεγόμενων Διδασκάλων του Γένους, που συνέβαλαν αποφασιστικά στην πνευματική αναγέννηση του Ελληνισμού.

Α. Κιντής

ΠΗΓΕΣ

https://el.wikipedia.org/

www.protothema.gr

Π.Ν. Παπαρούνης, «Τουρκοκρατία»

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης