
Μετά από την καλοκαιρινή ξενάγηση στο απολιθωμένο δάσος της Μυτιλήνης, άφησα την ξεναγό και την υπόλοιπη ομάδα και πήγα μία βόλτα για να απολαύσω αυτό το θαύμα της φύσης με την ησυχία μου.
Προχωρούσα στον διάδρομο που δημιουργούσαν τα άψυχα πλέον δέντρα. Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα, όμως σιγά-σιγά μαζεύτηκαν σύννεφα και ξέσπασε βροχή. Η πυκνή ατμόσφαιρα εκείνη την στιγμή με μπέρδεψε και έχασα τον δρόμο μου.
Κρύωνα. Απελπισμένη ξεκίνησα να τρέχω χωρίς να ξέρω που θα βρεθώ. Πέρασε πολύ ώρα και είχα εξαντληθεί. Δεν θα φανταζόμουν ποτέ τον εαυτό μου μόνη, μια βροχερή μέρα, λαχανιασμένη και χωρίς το κινητό μου αφού το είχε πάρει κατά λάθος η ξεναγός μας. Για καλή μου τύχη βρέθηκα μπροστά από ένα παλιομοδίτικο, πέτρινο σπιτάκι. Τα κεραμίδια ήταν ξεκολλημένα, ο φράχτης που περιέβαλλε το σπίτι παραβιασμένος και η πόρτα ξεκλείδωτη με ένα μικρό άνοιγμα.
Από την πρώτη ματιά κατάλαβα ότι ήταν εγκαταλελειμμένο. Φαντάστηκα ότι δεν θα ήταν κανείς μέσα και έτσι πλησίασα. Πέρασα τον φράχτη, περπάτησα στο νοτισμένο από την υγρασία γρασίδι και έφτασα έξω από την πόρτα. Τύλιξα το χέρι μου με την μπλούζα μου προσπαθώντας να μην ακουμπήσω κάτι. Μπαίνοντας μέσα διέκρινα ένα μόνο δωμάτιο με μούχλα στους λευκούς τοίχους και στο ταβάνι. Τα σανίδια του παρκέ ήταν ξεχαρβαλωμένα, το πάτωμα είχε τουλάχιστον τρεις με τέσσερις τρύπες γεμάτες με ένα μπλε υγρό που μύριζε σαν οινόπνευμα. Στη μέση περίπου του δωματίου υπήρχε ένα μαύρο τραπεζάκι του καφέ. Πάνω του ήταν τοποθετημένο ένα βάζο με ξερές μαργαρίτες και μια φωτογραφία στερεωμένη σε αυτό. Δεν μπορούσα να δω τη φωτογραφία καθαρά λόγω της απόστασης αλλά διέκρινα κάποιους ανθρώπους μπροστά από ένα κτίριο.
Προχώρησα προσεκτικά. Ένα βήμα, δεύτερο, στο τρίτο μπορούσα να δω ότι η φωτογραφία εικόνιζε μια οικογένεια με δύο παιδιά, που βρίσκονταν έξω από το σπίτι, μόνο που αυτό ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Στο κάτω μέρος της φωτογραφίας φαινόταν μια ημερομηνία, κάπως ξεθωριασμένη.
Τέταρτο βήμα και το σανίδι σπάει, η φωτογραφία πέφτει και τυλίγεται στις φλόγες. Εγώ τρομοκρατημένη σηκώνομαι, το πόδι μου σκίζεται στην περιοχή του μηρού αλλά δε νιώθω πόνο. Το μόνο που με νοιάζει είναι να φύγω γρήγορα απ” αυτό το σπίτι. Καθώς απομακρύνομαι τρέχοντας σκέφτομαι μόνο ένα πράγμα. Την ημερομηνία που πρόλαβα να δω πριν ξεσπάσει η φωτιά. 22 Αυγούστου 2022. Ακριβώς μία μέρα πριν την σημερινή. Δεν ήξερα τι να κάνω, τι να υποθέσω. Πώς είναι δυνατόν, τι συνέβη, σε πόσο μεγάλο κίνδυνο μπορεί να είμαι;
Απ” ότι φάνηκε δεν βρισκόμουν σε άμεσο κίνδυνο καθώς η βροχή υποχώρησε και η ατμόσφαιρα ζεστάθηκε. Στον δρόμο μου συνάντησα μια οικογένεια πυρόξανθων ντόπιων. Τους είπα τι πέρασα αλλά από τις εκφράσεις τους κατάλαβα ότι δεν με πίστευαν κι ούτε γνώριζαν για το σπίτι που τους περιέγραφα. Παρ’ όλα αυτά μου έδωσαν ένα μήλο, μου έδεσαν το πόδι στο σημείο που είχα τραυματιστεί και μου έδειξαν τη διαδρομή προς ένα κοντινό χωριό που θα μπορούσα να τηλεφωνήσω στους γονείς μου. Τους ευχαρίστησα και εφόσον με διαβεβαίωσαν ότι σε αυτή την περιοχή δεν θα με πείραζε κανείς, οι παλμοί μου επανήλθαν στο φυσιολογικό.
Όμως θα αισθανόμουν ασφαλής μόνο όταν βρισκόμουν ανάμεσα στους δικούς μου ανθρώπους.
Στον δρόμο του γυρισμού βρέθηκα σ’ έναν λόφο και κάθισα να ξεκουραστώ και να χαζέψω τη θέα. Κάποια στιγμή που ο ήλιος κρύφτηκε ξανά πίσω από τα σύννεφα, το βλέμμα μου καρφώθηκε στο σημείο που ήταν το σπίτι το οποίο φάνταζε κάτασπρο με τον φρεσκοβαμμένο του φράχτη και σε δυο παιδιά που έπαιζαν ανέμελα στην αυλή του. Μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί μου…
Αποφάσισα όμως να μην προσπαθήσω να εξηγήσω αυτό που έζησα και να το αποδώσω στη ζωηρή μου φαντασία….
Δημιουργός: Μυρσίνη Διάλλα
