Όταν ο Ευριπίδης εμπνέει …

(Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί δημιουργική γραφή από το σχολικό βιβλίο Ευριπίδη «Ελένη», με τίτλο «Μια γυναίκα του Χορού ονειρεύεται τον δικό της νόστο. Να καταγράψετε, σε όποια μορφή κειμένου θέλετε, τα όνειρά της»)

Περπατώ και ξεχνώ πως πλάι μου στέκουν φοίνικες … Βαδίζω στους αμμόλοφους και δάκρυα έρχονται στα μάτια μου… Πόσο θα ήθελα στα γυμνά μου πόδια να νιώθω γρασίδι και λουλούδια, πόσο θα ήθελα στα δάση μας να επιστρέψω … «Η Ροδάνθη του Ορφέα!», έτσι με αποκαλούσαν τα παιδιά του χωριού … Ροδάνθη του Ορφέα ήμουν …  Ώσπου κάποτε, η σχεδία μας χάθηκε σε τούτη τη θάλασσα την καταραμένη, που φουρτούνιασε, όταν οι καρδιές μας έσπασαν τους φραγμούς και θελήσαμε πιο παράτολμα και από παιδιά να ξεφύγουμε από τα μάτια των θεών.

Άρτεμη, ελπίζω η σκλαβιά μου και οι θρήνοι να λογίζονται για αγκάθια που έκαναν την καρδιά μου να μετανιώσει … Δες τα Άρτεμη, παραμέρισε τα χρυσά σου τόξα και δες πως μετάνιωσα και πως στην καρδιά μου δεν χωρά πια το άδικο! Δες το Άρτεμη! Συγχώρα Θεά την αδυναμία μας, που θήραμα έκανε εκείνο το ελάφι … Φοβόμασταν ότι θα πεθαίναμε, τα χείλη ήταν στεγνά στα όρη εκεί ψηλά οι καταρράκτες μονάχα μας ξεδιψούσαν … Τα πόδια, όμως, πώς να σύρεις δίχως αντοχή πια; Μόνο μια φορά λησμόνησα πως αδερφή είχα ιέρεια δική σου, την αρετές γεμάτη Ανδρομάχη, μόνο τότε! Και αυτό για χάρη της αγάπης! Στ’ αλήθεια, έχω αγάπη στην καρδιά μου Άρτεμη, για χάρη της έπραξα τον φόνο αυτό πλάι στου άντρα μου το τόξο, γιατί άνθρωπος ήμουν, δεν άντεχα στη σκέψη να πεθάνουμε εκεί, μονάχοι πριν καλά καλά ζήσουμε …

Ξέχνα Άρτεμη, ξέχνα τότε που ήμουν παιδί και φέρε μου πίσω τον Ορφέα! Μονάχα η Ελένη άξιζε τέτοια χαρά; Όχι, μην νομίσεις πως ζήλεψα ποτέ την ευτυχία της. Όχι! Ζήλεια και κακό στην καρδιά μου δεν χωράνε. Ποτέ δεν φθόνησα κανενός τη χαρά … Τη σκλαβιά μονάχα, τη σκλαβιά πάρε, λύσε με από τα δεσμά, φώτισέ μου το μονοπάτι για την Ελλάδα, δείξε μου … με τα φλογερά μάτια σου χάραξε τον δρόμο μου… Όλες μας να φύγουμε! Ναι ενάρετη Άρτεμη, ναι των δασών η πρώτη κυρά, δείξε σε όλες μας τον δρόμο! Εκεί … εκεί έξω μακριά υπάρχει ζωή για όλες μας, χαρές κι αγάπες, δάκρυα και λυγμοί, στεναγμοί και γέλια … Ναι Θεά! Των γυναικών τις κραυγές δεν θα κρίνουμε, των αλόγων τον καλπασμό δεν θα παύσουμε, για χάρη δική μας πράες θα βαδίσουμε, πράες όλες είμαστε, η οργή έσβησε πια, η ελπίδα φάνηκε τούτη την ημέρα! Τον ορίζοντα δυο άνθρωποι τώρα χαίρονται, τη θάλασσα και τα πουλάκια ακούν, τον θέρο ελεύθεροι θα χαρούν τώρα στην πατρίδα …

Θεά, έλα! Του βασιλιά κλείσε τα μάτια, φέρ’ του ζάλη, να κοιμηθεί ο νους του, και εμάς πάρε, πιστές θα σου είμαστε! Ρίξε το βλέμμα σου και σε μας Θεά, τόσα στους ώμους σηκώνουμε αγόγγυστα, και στης Ελένης τον πόνο λόγια γλυκά και ελπίδα φυτέψαμε, δίχως φθόνο, δίχως θλίψη … Ας φύγουμε από εδώ και του Ορφέα η φαρέτρα αδειανή θα κρέμεται στις πλάτες του για όσο στα δάση θα τρέχουμε … Πιστές όλες, εσένα κάθε ανατολή θα χαιρετούμε … Η Ροδάνθη τον ουρανό κοίταξε και από τον βράχο του λιμανιού κατέβηκε. Μιας θεάς το χαμόγελο δυνάμωσε τις ηλιαχτίδες …

Μαρία Καρανίκα

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης