Τα Ιωάννινα έχουν πολυπολιτισμικά και πολυσυλλεκτικά στοιχεία. Εκκλησίες με αξιοθαύμαστη αρχιτεκτονική, τζαμιά και μια συναγωγή από τις σημαντικότερες στην Ελλάδα, μαρτυρούν τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της πόλης. Η συνύπαρξη Χριστιανών, Μουσουλμάνων και Εβραίων εδραιώθηκε κατά την περίοδο διοίκησης του Αλή πασά. Η ανταλλαγή των πληθυσμών μετά τη μικρασιατική καταστροφή άλλαξε την πληθυσμιακή αναλογία. Μουσουλμάνοι μπορεί να μην υπάρχουν σήμερα στα Ιωάννινα, αλλά η πόλη δεν αποτίναξε το μέρος αυτό της ταυτότητά της. Σήμερα, υπάρχουν τέσσερα τζαμιά, τα τρία από τα οποία είναι πολύ καλά διατηρημένα.
Η πόλη των Ιωαννίνων παραδόθηκε μετά από διαπραγματεύσεις στον πολιορκητή της Σινάν πασά το 1430. Η δέσμευση των κατακτητών για τη μη μετατροπή των εκκλησιών σε τζαμιά φαίνεται ότι άμεσα παραβιάστηκε. Σύμφωνα με πηγή αναφερόμενη σε γεγονότα λίγες μέρες μετά από την άλωση, ο σουλτάνος έστειλε δεκαοκτώ τούρκους να παραλάβουν το Κάστρο. Στη νοτιοανατολική Ακρόπολη, αμέσως μετά την κατάκτηση, καταστράφηκε ο μητροπολιτικός ναός, όχι όμως ολοκληρωτικά . Στη θέση του χτίστηκε το Φετιχιέ τζαμί, που σημαίνει τέμενος της κατάκτησης, ασφαλώς ως σύμβολο της υποταγής στον νέο κυρίαρχο. Το Φετιχιέ τζαμί ανακατασκευάσθηκε αργότερα από τον Αλή Πασά, συναρτώμενο με το ανάκτορο του.
Μετά το 1430 η πόλη των Ιωαννίνων αναπτύσσεται εκτός των τειχών. Δημιουργούνται μουσουλμανικές συνοικίες, όπως το Τουρκοπάλουκο (στρατόπεδο των Τούρκων ίσως κοντά στον Άγιο Νικόλαο της Αγοράς) και αργότερα στην Καλούτσιανη. Στο κέντρο της αγοράς οικοδομήθηκε μεταξύ 1481-1512 το δεύτερο μεγάλο τέμενος, το Μπαϊρακλί τζαμί.
Τον 16ο αιώνα και μέχρι το 1611 η ανοικοδόμηση θρησκευτικών μουσουλμανικών κτηρίων είναι περιορισμένη. Την περίοδο αυτή αναγείρονται εκτός της αγοράς τέσσερα μόνο ακόμη τζαμιά, σχετικά αποκεντρωμένα (Σιεμ σε ντιν, Λιάμ τζαμί, Ναμάς Γκιαχ τζαμί, Ντεντέ Ουρούτς).Ο 16ος αιώνας χαρακτηρίζεται από δημογραφική ανάπτυξη. Ο πληθυσμός της πόλης έφθανε στους 7000 κατοίκους. Υπήρχαν τριάντα έξι συνοικίες χριστιανών, εντός και εκτός του κάστρου, και καταγεγραμμένα πενήντα οκτώ νοικοκυριά μουσουλμάνων.
Ο 17ος αιώνας στιγματίζεται από την αποτυχημένη εξέγερση του 1611 από τον επίσκοπο Τρίκκης και Σταγών Διονύσιο το Φιλόσοφο ή «Σκυλόσοφο». Το υπάρχον καθεστώς αναιρείται, οι χριστιανικοί ναοί εντός και εκτός των τειχών καταστρέφονται και ακολουθούν διώξεις των χριστιανών, οι οποίοι εκδιώκονται από το κάστρο, όπου μένουν πια μόνο οι Τούρκοι. Από τους χριστιανούς καστρινούς, οι φτωχότεροι εγκαταστάθηκαν στις παραλίμνιες συνοικίες βυρσοδεψών, Σιαράβα και Λειβαδιώτη, ενώ οι ευπορότεροι στις βορειοδυτικές περιοχές και δημιουργήθηκαν ίσως οι συνοικίες Τσιγαρά, Πλάτανος, Σεράγι, Λιαμ μετζήτι, Αρχιμανδρειό.
Μετά το 1611 η πόλη κυριαρχείται από το μουσουλμανικό στοιχείο και στο κάστρο ιδρύεται το 1618 το συγκρότημα του τζαμιού του Ασλάν Πασά, στη βορειοανατολική ακρόπολη, στη θέση του ανακτόρου του βυζαντινού διοικητή και τις υπόρειές της. Αρκετά τζαμιά οικοδομούνται και εκτός των τειχών (Μεχμέτ πασά, Ζεβαδιέ, Ισούφ αγά). Οι μουσουλμανικές συνοικίες έχουν ως κέντρο τους από ένα τζαμί, στο οποίο προσαρτώνται και κτήρια συνοδείας. Είναι η περίοδος της ολοκλήρωσης των Οθωμανικών κατακτήσεων. Ο αριθμός των μουσουλμάνων κατοίκων των Ιωαννίνων αυξάνεται, ενισχυόμενος από εξισλαμισμούς. Το 1635 καταργείται το δικαίωμα κατοχής φεουδαλικών ιδιοκτησιών από χριστιανούς και η χριστιανική αριστοκρατία αντιμετωπίζει το δίλημμα να χάσει την περιουσία της ή να αλλαξοπιστήσει. Έτσι, σύμφωνα με τις πηγές, επάνω από τριακόσιες χριστιανικές οικογένειες άλλαξαν θρήσκευμα.
Εκτός από την πληθυσμιακή αύξηση είναι εντυπωσιακή και η βελτίωση των οικονομικών συνθηκών του μουσουλμανικού στοιχείου, που οφείλεται κατά ένα ποσοστό στην ενασχόληση τους με το εμπόριο. Οι Μουσουλμάνοι τιμαριούχοι και οι πλούσιοι έμποροι αποτέλεσαν μία ακμάζουσα και μορφωμένη τάξη. Πολλοί από αυτούς προέβαιναν σε θρησκευτικές δωρεές (βακφιγιέ) και πολλά αστικά κτήματα περνούσαν σε θρησκευτικά ιδρύματα. Το 1670 οι αρχές της πόλης έχουν έδρα τους το κάστρο, στο οποίο πλέον κατοικούν μόνο μουσουλμάνοι, χωρισμένοι σε τέσσερις συνοικίες. Η πόλη χωριζόταν σε τριανταεπτά συνοικίες, από τις οποίες οι δεκαοκτώ ήταν μουσουλμανικές, οι δεκατέσσερις χριστιανικές, οι τέσσερις εβραϊκές και μία τσιγγάνικη. Ο αριθμός των μουσουλμανικών ιδρυμάτων φθάνει τα επτά εντός του Κάστρου και τριανταεπτά έξω από αυτό. Περιλαμβάνουν τεμένη, σχολεία, αναγνωστήρια και υπαίθριους χώρους προσευχής. Παραδίδεται, επίσης, η ύπαρξη επτά μοναστηριών (τεκέ).
Το 1788 διορίστηκε επίσημα πασάς των Ιωαννίνων ο Αλή Πασάς, σημαντική και αμφιλεγόμενη πολιτική προσωπικότητα της περιόδου. Γεννημένος στο Τεπελένι, από αρχοντική οικογένεια, ήταν γιος της κόρης του μπέη της Κόνιτσας, Χάμκως Κατά την εποχή του Αλή η πόλη απόκτησε ευρωπαϊκό ενδιαφέρον με την ίδρυση προξενείων, το διεθνές εμπόριο και τις υψηλές γνωριμίες του ηγεμόνα. Σημειώνεται δημογραφική ανάπτυξη και οι κάτοικοί της έφθαναν τους είκοσι και κατ’ άλλους περιηγητές τους τριάντα χιλιάδες. Ο Αλή Πασάς κυβέρνησε ως το 1822. Είχε υπό τον έλεγχό του όλη την περιοχή της βορειοδυτικής Ελλάδας, τη Θεσσαλία, τμήμα της Εύβοιας και την Πελοπόννησο. Δημιούργησε πολλές οχυρώσεις στην επικράτειά του αλλά και στο ίδιο το κάστρο των Ιωαννίνων. Στην αυλή του υπήρξαν σημαντικές προσωπικότητες που αργότερα έπαιξαν ρόλο στην Επανάσταση του 1821 και όχι μόνο. Μερικοί από αυτούς είναι ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Μάρκος Μπότσαρης και άλλοι. Παράλληλα, όμως, πολλές φορές η συμπεριφορά του Αλή Πασά και του στρατού του ήταν ακραία. Στην εποχή του λεγόταν το ρητό «Γιάννινα πρώτα στα άρματα, στα γρόσια και στα γράμματα».
Το 1820, λίγο πριν ξεσπάσει η Επανάσταση, ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β΄, θορυβημένος από τη συνεχώς αυξανόμενη επιρροή του Αλή Πασά και από πληροφορίες για πιθανή απόσχισή του από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, διέταξε τον αποκεφαλισμό του για προδοσία ενάντια στην Υψηλή Πύλη. Τα Ιωάννινα πολιορκήθηκαν από τούρκικα στρατεύματα και δύο χρόνια αργότερα δολοφονήθηκε από αξιωματούχους του Σουλτάνου στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων, στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα, όπου κατέφυγε για να αποφύγει τη θανατική καταδίκη και ενώ περίμενε να του απονεμηθεί χάρη. Μέσα σε αυτά τα 2 χρόνια τα Ιωάννινα υπέστησαν πολλές καταστροφές.
Τα επόμενα χρόνια (1822-1913) ακολούθησε η επαναδημιουργία μνημείων και εκκλησιών που είχαν καταστραφεί από τα πολεμικά γεγονότα. Ανεγείρονται αρχοντικά, χάνια και στοές. Τα Ιωάννινα απελευθερώθηκαν από τους Τούρκους κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους και ενσωματώθηκαν στο Ελληνικό Κράτος. Στις 19 Φεβρουαρίου 1913, το πυροβολικό του ελληνικού στρατού ξεκίνησε κανονιοβολισμούς για τον εντοπισμό των οθωμανικών θέσεων. Την επόμενη, στις 20 Φεβρουαρίου 1913 ξεκίνησε η γενική επίθεση του ελληνικού στρατού και παράλληλα αποκόπηκαν οι επικοινωνίες του τουρκικού στρατού. Στις 21 Φεβρουαρίου 1913, τις πρώτες πρωινές ώρες, ο Εσσάτ Πασάς παρέδωσε την πόλη στον ελληνικό στρατό. Το κάστρο έπαψε πια να έχει αμυντικό χαρακτήρα. Υπήρχαν πλέον μόνο στρατώνες, ενώ οι τάφροι επιχωματώθηκαν δημιουργώντας νέους δρόμους.
Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή (1922) και την Ανταλλαγή των πληθυσμών, οι περισσότερες τουρκικές οικογένειες αποχώρησαν για την Τουρκία και ταυτόχρονα εγκαταστάθηκαν στην πόλη των Ιωαννίνων πολλές οικογένειες Ελλήνων Μικρασιατών από διάφορες περιοχές της Μικράς Ασίας. Δημιουργήθηκαν προσφυγικά χωριά που σήμερα αποτελούν προάστια της πόλης των Ιωαννίνων όπως η Ανατολή, η Μπάφρα και η Νεοκαισάρεια.
Στο διάστημα του Μεσοπολέμου (1922-1940), τα Ιωάννινα προσπαθούν να μεταλλαχθούν από μια οθωμανική πόλη σε μια σύγχρονη πόλη του 20ου αιώνα. Η πόλη χάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο που είχε και καταλήγει σε ένα επαρχιακό διοικητικό κέντρο. Το εμπόριο και η οικονομία φθίνουν. Το ίδιο συμβαίνει και στη βιοτεχνία αλλά και τον πληθυσμό. Τη δεκαετία του 30′ υπάρχει ανάκαμψη. Πρωταγωνιστικό ρόλο θα παίξει ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Ελλάδος Σπυρίδων, με τη βοήθεια των κληροδοτημάτων των εθνικών ευεργετών. Αυτό θα φανεί από τη δημιουργία νέων κτηρίων. Ο ιδιωτικός τομέας δείχνει μια κινητικότητα. Η πορεία αυτή, όμως, θα ανακοπεί από την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Ορισμένα από τα διατηρητέα μουσουλμανικά κτήρια είναι:
Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΚΑΙ ΤΑ ΚΤΙΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΝΤΡΕΣΕ (ιεροδιδασκαλείο)
Το μικρό κτίριο κάτω από τη βορειοανατολική ακρόπολη του Κάστρου πιθανότατα συνδέεται με το συγκρότημα του ιεροδιδασκαλείου του Ασλάν Πασά.
ΤΟ ΧΑΜΑΜ (ΛΟΥΤΡΟ)
ΟΙ ΔΥΟ ΑΚΡΟΠΟΛΕΙΣ (Ασλάν τζαμί και Ιτς Καλέ)
ΤΟ ΣΟΥΦΑΡΙ ΣΑΡΑΙ
Μεγάλων διαστάσεων κτήριο (1815-1820), το οποίο στέγαζε τη Σχολή Ιππικού του Αλή Πασά. Πρόκειται για ένα διώροφο οικοδόμημα ορθογώνιας κάτοψης που καλύπτεται με δίρριχτες στέγες.
Ο ΤΑΦΟΣ ΑΛΗ ΠΑΣΑ
Στο μνημείο περιλαμβάνονται δύο κτιστοί τάφοι που ανήκουν ο ένας στον Αλή Πασά και ο άλλος σε μία από τις συζύγους του. Μετά τη δολοφονία του στο Νησί των Ιωαννίνων, το 1822, τάφηκε μόνο το σώμα του, ενώ το κεφάλι του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.
ΤΟ ΤΖΑΜΙ ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΤΣΙΑΝΗΣ
Το Τζαμί της Καλούτσιανης βρίσκεται στην κεντρική πλατεία της ομώνυμης συνοικίας της πόλης. Σύμφωνα με επιτοίχια επιγραφή, το Τζαμί χτίστηκε το 1740 από τον Χατζή Μεχμέτ–πασά, βαλή (διοικητή) των Ιωαννίνων, στη θέση ενός μετζίτ (οθωμανικός ναός χωρίς μιναρέ).
ΤΟ ΚΤΙΡΙΑΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΤΟΥ ΒΕΛΗ ΠΑΣΑ
Στο νοτιοανατολικό τμήμα του Πάρκου Λιθαρίτσια, αναπτύσσεται κτιριακό συγκρότημα αποτελούμενο από το τζαμί, τον μενδρεσέ και βοηθητικά κτίσματα, τα οποία ανήκαν στο σεράι που έκτισε ο Αλή Πασάς για το γιο του Βελή.
Πηγές
Wikipedia
https://leadi.gr/periigisi-sta-ioannina/
https://tvxs.gr/istoria/taksidia-sto-xrono/ioannina-mia-polypolitismiki-koinonia/
Κυριάκος Μεράντζας



