Ένα χτύπημα αρκεί…

από το facebook

Καθισμένη στο κρεβάτι μου, με τα πόδια μου μπλεγμένα, κοιτάζω το κενό. Δεν μπορώ να δακρύσω αλλά τα μάτια μου καίνε. Το κεφάλι μου πονάει και νιώθω ζαλισμένη. Έχω την ανάγκη να μιλήσω σε κάποιον και πρωτίστως να φύγω από εδώ. Τον μισώ. Αυτή είναι η σκέψη που κυριαρχεί στο μυαλό μου. Προσπαθώ να σηκωθώ αλλά μάταια, νιώθω πολύ αδύναμη για να σηκωθώ, οπότε απλώνω το χέρι μου και πιάνω το κινητό μου. Πηγαίνω στην εφαρμογή τηλέφωνο και βλέπω δέκα αναπάντητες κλήσεις από εκείνον. Βλέπω το όνομά του γραμμένο στο τηλέφωνο μου και με πιάνει ταχυπαλμία. Παίρνω μια βαθιά ανάσα, κλείνω τα μάτια μου και ξαπλώνω πίσω. Τον βλέπω να με χτυπάει, να με κοιτά με μίσος, όπως δεν με έχει κοιτάξει ξανά ποτέ. Ακούω τη φωνή του στα αυτιά μου. Φοβάμαι. Τρέμω. Σφίγγομαι και ανοίγω απότομα τα μάτια μου και κοιτάζω το ταβάνι. Μακάρι να μην είχε συμβεί τίποτα, να μην με χτυπούσε, να μην με έσπρωχνε από τη σκάλα, να μην μου έδινε λόγο να τον μισήσω, γιατί τον αγαπάω ακόμα, μετά από όλα όσα έγιναν, γιατί η αγάπη δεν υποχωρεί με ένα χτύπημα, με ένα σπρώξιμο, με ένα τσακωμό. Σηκώνομαι και κάθομαι, όπως πριν. Πρέπει να σηκωθώ για να φύγω από το σπίτι του. Φέρνω τα πόδια μου στο πλάι του κρεβατιού και γέρνω μπροστά. Με τα χέρια μου κρύβω το πρόσωπό μου και ανασαίνω βαριά. Χτυπάει η πόρτα. Κοκαλώνω. Κοκαλώνω και η καρδιά μου αρχίζει να χτυπάει σαν τρελή. Σέρνομαι στην άλλη άκρη του κρεβατιού και μαζεύω τα πόδια μου στο στήθος και τα κρατάω σφιχτά με τα χέρια μου. Παναγιά μου, κι αν είναι αυτός; τι θα κάνω; Φοβάμαι και ξέρω πως αν είναι αυτός, είμαι πολύ αδύναμη για να τον αντιμετωπίσω. Είστε μέσα; Ξεφυσάω ανακουφισμένη. Δεν είναι αυτός. Είναι ο Νίκος, ο βοηθός του. Ναι, πέρασε. Ανοίγει την πόρτα κρατώντας ένα χρυσό δίσκο. «Θα θέλατε πρωινό;» με κοιτάει με ένα τεράστιο φωτεινό χαμόγελο που ομολογώ πως φτιάχνει έστω για λίγο τα πράγματα. «Όχι, ευχαριστώ», γνέφω και ξεφυσάω ανακουφισμένη. «Εάν χρειαστείτε οτιδήποτε, φωνάξτε με!». Για κάποιο λόγο οι λέξεις αυτές με καθησυχάζουν. Του χαμογελάω, εκείνος γυρίζει και κατευθύνεται προς την πόρτα. Μόλις πάει να φύγει, τον διακόπτω. «Έφυγε;» τον ρωτάω. «Ναι και μου είπε να μείνετε όσο επιθυμείτε εδώ και πως θα αργήσει να γυρίσει». Κλείνει την πόρτα και μένω κοκαλωμένη να την κοιτάζω. Κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού σιωπηλή και αδύναμη να κάνω το οτιδήποτε. Γιατί να μου το κάνει αυτό; Γιατί; Μήπως δεν μ” αγαπούσε; …Και θα μου λείψει, γιατί δεν θα τον ξαναδώ ποτέ. Σέρνομαι ως την άλλη άκρη του κρεβατιού και βάζω τα πόδια μου στο πλάι του κρεβατιού, όπως ακριβώς καθόμουν πριν. Σηκώνομαι μετά από αρκετές προσπάθειες. Κρατιέμαι από το κομοδίνο και όταν καταφέρνω να σταθώ καλά στα πόδια μου κατευθύνομαι προς το μπάνιο, ανοίγω την πόρτα και μπαίνω μέσα. Στηρίζομαι με τα χέρια μου στο νεροχύτη και κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Το μάτι μου είχε γίνει μωβ και στο λαιμό μου έχω γρατσουνιές και πολλές πληγές. Ανοίγω τη βρύση και ρίχνω νερό στο πρόσωπό μου μήπως μπορέσω να συνέλθω. Κλείνω τη βρύση και σκουπίζομαι με μια πετσέτα. Γυρίζω πίσω στο κρεβάτι και, αφού πάρω το κινητό μου και φορέσω τα παπούτσια μου, κατευθύνομαι προς την πόρτα. Μόλις φτάνω μπροστά της διστάζω να την ανοίξω από φόβο. Πλησιάζω το χέρι μου στο χερούλι, ενώ τρέμω. Ανοίγω την πόρτα και παίρνω μια βαθιά ανάσα. Κλείνω την πόρτα πίσω μου. Δεν γυρίζω ούτε μια στιγμή να κοιτάξω πίσω. Κατευθύνομαι προς τις σκάλες και μόλις φτάνω μπροστά τους, κλείνω τα μάτια μου και τον βλέπω να με σπρώχνει. Και αντί για φόβο αυτή τη φορά νιώθω μίσος. Τον μισώ. Κατεβαίνω τις σκάλες και φτάνω στην τραπεζαρία. Κλείνω τα μάτια μου, τα ανοίγω και νιώθω το μίσος να με κατακλύζει. Παίρνω μια βαθιά ανάσα και προχωράω προς την πόρτα. Την ανοίγω, βγαίνω από το σπίτι και πηγαίνω να την κλείσω, μα αυτή τη φορά λυπάμαι. Κλείνω την πόρτα και ένα δάκρυ κυλά στο μάγουλά μου. Αυτή τη φορά δεν τον μισώ. Δεν τον μισώ, τον αποχαιρετάω και κλείνοντας αυτή την πόρτα αφήνω πίσω μου την παλιά μου ζωή, μια αγάπη και ένα άδοξο τέλος.

Την ιστορία γράφει η Αναστασία Αγραφιώτη Γ1

Η ιστορία που διαβάσατε φωτίζει, μέσα από τη ματιά μιας μαθήτριας, μια σιωπηλή πραγματικότητα: τη βία που μπορεί να κρύβεται πίσω από την «αγάπη».
Με λόγο άμεσο και ειλικρινή, η αφηγήτρια μάς μεταφέρει τον φόβο, τη σύγχυση, αλλά και το θάρρος μιας γυναίκας που αποφασίζει να βάλει τέλος σε έναν κύκλο κακοποίησης.
Το κείμενο αυτό δεν είναι απλώς μια αφήγηση· είναι μια φωνή ενάντια στην έμφυλη βία και μια υπενθύμιση ότι καμία μορφή βίας δεν είναι αποδεκτή.
Κάθε «πόρτα που κλείνει» μπορεί να σημαίνει και μια νέα αρχή — μια πορεία προς την ελευθερία, την αξιοπρέπεια και τον σεβασμό.

to facebook

Από το facebook

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης