Το προξενιό της Άννας

Επιλεγμένα αποσπάσματα από το μυθιστόρημα «Βασίλειος ο Βουλγραροκτόνος» του Κ. Δ. Κυριαζή, εκδόσεις Εστία, σελ. 164 – 274

 (σελίδες: 164 – 165, 179, 183 – 184, 217 – 218, 219 – 231, 232 – 239, 241 – 242, 274)

 

το προξενιό της ΆνναςΉτανε δεκάξι του Σεπτέμβρη, δυο μέρες μετά την ύψωση του Τιμίου Σταυρού, όταν μας ήλθαν άλλα μαντάτα τρανταχτά. Οι πρέσβεις των Ρως είχανε φύγει. Τα δάκρυα δεν είχαν στεγνώσει ακόμα από τα μάτια της Άννας, της αδελφής του αγαπημένου μου. Η απελπισία της δεν είχε βρει γιατρειά. Ο Βασίλειος, ο καλός μου, της είχε πει ότι οι Ρως ή, για να ‘μαι πιο σωστή, ο Μέγας Δούκας τους, για να του στείλη τη βοήθεια που του ζητούσε, γύρευε λύτρα φοβερά. «Λύτρα», ναι, τούτη τη λέξη είχε χρησιμοποιήσει. Οι πρέσβεις γύρευαν την Άννα, για να την κάνη σύνευνή του ο Βλαδίμηρος. Ήθελε να συγγενέψη με τους Αυτοκράτορες της Ρωμηοσύνης, ήθελε να γίνη όμοιός τους. Τ΄ άκουσε η Άννα και χλώμιασε και σωριάστηκε λιγόθυμη στα μάρμαρα, σαν να είχε πέσει αστροπελέκι απάνω της. Συνήλθε κάποτε και με μάτια διασταλμένα από τη φρίκη, με την ψυχή στο στόμα, ρώτησε τη μάννα της τη Θεοφανώ που την παράστεκε σιμά μου:

-              Μάνα, είν’ αλήθεια; Αλήθεια με ζήτησε ο Βλαδίμηρος;

Η Θεοφανώ κούνησε αργά – αργά με λύπη το κεφάλι της.

-              Μάνα, όχι. Καλύτερος ο θάνατος από την εξορία. Είναι βάρβαροι, είναι απολίτιστοι, είναι ειδωλολάτρες οι Ρως. Μάννα, γλυκειά μου μάνα, σώσε με από τη συμφορά.

-          Ησύχασε, ησύχασε, παιδί μου, της ψιθύρισε η Αυγούστα, χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά. Δεν έγινε ακόμα το κακό. Κ’ έπειτα, αν γινόταν κάτι τέτοιο θα στεφόσουν Αυτοκράτειρα. Θάχεις λαό ολόκληρο που θα σε προσκυνούσε. Θα εξουσίαζες, θα κυβερνούσες.

-          Βάρβαρους, ειδωλολάτρες. Μάννα, όχι. Μάννα, σώσε με. Στα γόνατά σου πέφτω.

Την άκουγα και μουρχόταν να τη σφίξω στην αγκαλιά μου, να τη φιλήσω, να ενώσω τα δάκρυά μου με τα δικά της.  Ήταν όμως η Θεοφανώ μπροστά, η μάνα της. Η θέση μου δεν μου επέτρεπε να κάνω εκείνο που σκεπτόμουνα.

-          Δεν έγινε ακόμα το κακό, συνέχισε ατάραχη η Αυγούστα. Ο αδελφός σου ο Αυτοκράτορας απάντησε ότι θα το σκεφτή. Τους έκανε άλλες προτάσεις. Μπορεί να τις δεχτούν.

-          Κι αν όχι, μάννα; Αν όχι;

-          Τότε θα υποκύψης! Έκανε ξερά εκείνη. Γεννήθηκες στην πορφύρα. Έχεις υποχρεώσεις.

Οι λυγμοί της Άννας την άφηναν ασυγκίνητη. Είχε καρδιά από πέτρα η φόνισσα. […]

Χειμώνας ήταν ακόμη, όταν επέστρεψαν οι πρέσβεις του καλού μου στη Βασιλεύουσα. Ο Βλαδίμηρος τους είχε περιποιηθεί, όπως λέγαν όλοι στο Ιερό Παλάτιο, και είχε τάξει ότι θα έστελνε έξη χιλιάδες πολεμιστές να πυκνώσουνε τις τάξεις του φουσάτου του Βασιλέα. Θα έστελνε έξη χιλιάδες άντρες, που θα διάλεγε ο Χρυσολωράς, που είχε μείνει κοντά του, όμως οι όροι του ήταν πάντα οι ίδιοι. Για αντάλλαγμα θα του έδινε ο Βασίλειος, σαν σύντροφό του παντοτινή, την Άννα, την αδελφή του. Έτσι, πλημμύρισε πάλι από λυγμούς ο γυναικωνίτης, γιατί ο αγαπημένος μου μπροστά στη μεγάλη του ανάγκη, έστειλε ξανά πρέσβεις του να βεβαιώσουν τον Βλαδίμηρο ότι δεχόταν το αντάλλαγμα, φτάνει να βαφτιζόταν Χριστιανός.

Το δέχτηκε κι’ αυτό ο Βλαδίμηρος, το μάθαμε ταχιά, γιατί γύρισαν γρήγορα οι αποσταλμένοι του Βασιλέα, και η λύπη και το πάθος περίσσεψαν στον γυναικωνίτη, γιατί τώρα ετοιμάζονταν τα προικιά της Άννας. Προικιά, που, αλίμονο, μέσα στα τόσα κλάματα μοιάζανε με σάβανα. Σάβανα χρυσά και ασημένια και πορφυρά και μεταξένια. […]

Ήλθαν οι βάρβαροι στρατιώτες και η Βασιλεύουσα και το Ιερό Παλάτιο γέμισαν από τις τραχειές φωνές τους. Ήταν ψηλοί, θεώρατοι, με μουστάκια ολόξανθα, που τρέχανε ζερβά και δεξιά από το στόμα τους, με μαλλιά μακριά σαν αχυρένια και μάτια γαλανά που θύμιζαν τον βαθύ πόντο. Κρατούσαν στητό το γεροδμένο τους κορμί και οι προβιές που φόραγαν ανακάτευαν το τρίχωμά τους και γίνονταν ένα με τα δασά τους στήθια. Θαύμασε ο κόσμος, λαός κι αρχόντοι τη φτιαξιά τους, το άγριο ύφος τους, τη βάρβαρη λαλιά τους.  Θαύμασε ο κόσμος και πολλές καλοκυράδες, αρχοντοπούλες και κοπέλλες του λαού πολύ θα θέλανε – Θεέ μου, συγχώρεσέ με για τούτο που θα πω – να νοιώσουν τον έρωτα μέσα στη δυνατή αγκαλιά τους.

Γέμισαν φωνές η Βασιλεύουσα, το Ιερό Παλάτιο και λάμψανε τα μάτια του Βασίλειου, του ακριβού μου, γιατί κοντά τους εύρισκε στήριγμα γερό που οι ανέμοι της προδοσίας δεν θα παρασέρναν εύκολα. Χάρηκε ο Βασίλειος και μπροστά στο συναγμένο αρχοντολόι, στο χρυσοτίρκλινο, παρουσίασε εκείνους που διοικούσαν τους βαρβάρους, δίνοντάς τους τίτλους λαμπρούς που κάναν πολλά χείλια να σφιχτούν από δύσκολα κρυμμένη ζήλεια. Παρουσίασε τους βαρβάρους και στην ίδια αίθουσα, μπροστά σ’ όλους τους αρχόντους αγκάλιασε και φίλησε τον Κατεπάνω Χρυσολωρά, που διάλεξε τους μισθοφόρους, γιατί κανένας μέσα στις έξη χιλιάδες δεν ήταν κοντός ή κακοφτιαγμένος ή άπειρος στην τέχνη του πολέμου. […]

Πριν ακόμα στεγνώσουν τα δάκρυα που έτρεξαν ποτάμι στη Βασιλεύουσα για το πέσιμο της Βέροιας, πριν ακόμη ησυχάση το πένθιμο κτύπημα που κάναν οι καμπάνες πριν λαός και άρχοντες προλάβουν να γλυκάνουνε την πίκρα τους με το κύλισμα του χρόνου, πριν ο Βασίλειος μπορέση να σκεφθή πώς θ’ αντιδρούσε μια και μόνος του τώρα κυβερνούσε την Αυτοκρατορία, άλλα δεινά πλακώσανε χειρότερα κι΄ από το πέσιμοτης όμορφης Βέροιας. Οι Ρως με τον Βλαδίμηρο στο κεφάλι τους ριχτήκαν στη Χερσώνα, τη μεγάλη και πλούσια πόλη της Αυτοκρατορίας και την πατήσανε μετά από σύντομη πολιορκία… Ο Μέγας Δούκας του Κιέβου, ο σύμμαχος του Βασίλειου, εκείνος που του έστειλε έξη χιλιάδες μισθοφόρους που του χαρίσανε τη νίκη πάνω στο Φωκά γινόταν με μιας εχθρός του. Στη Μικρασία βρήκαν οι μαντατοφόροι τον Βασίλειο. Στη σκηνή του μέσα πέσανε στα γόνατά τους και με φωνή τσακισμένη από την ταραχή, από την κούραση, του μίλησαν για την καινούργια συμφορά.

Βουβός τους άκουσε ο Βασίλειος, κι’ όταν πια τελειώσανε και σκύψαν το κεφάλι τους προσμένοντας τη διαταγή του, τους έκανε νόημα να σηκωθούν να πάνε να ησυχάσουν. Φύγαν οι μαντατοφόροι και οι στρατηγοί και οι Κατεπάνω που βρίσκονταν μέσα στη σκηνή γύρισαν και τον κοίταξαν. Τον αγαπούσανε το νέο στα χρόνια Βασιλέα τους και οι συμφορές που πέφτανε απάνω του τον έφτιαχναν στα μάτια τους ήρωα που δέχεται αδιαμαρτύρητα τα χτυπήματα της άσκημης της μοίρας του.

-          Γυρίζω στη βασιλεύουσα, έκανε απότομα ο Βασίλειος. Τον πόλεμο θα τον συνεχίσουμε εδώ στη Μικρασία. Στο πόδι μου σαν αρχηγός θα μείνη ο άρχοντας Χρυσολωράς. Θα τον ακούτε σαν νάμουνα εγώ. Ο πόλεμος με τον Σκληρό πρέπει σύντομα να τελειώνη. Εχθροί γεροί χτυπάνε την Αυτοκρατορία, ενώ εμείς τρωγόμαστε σαν τα σκυλιά ανάμεσά μας…

Στον δρόμο της επιστροφής για τη Βασιλεύουσα άλλοι μαντατοφόροι ήρθαν να προσπέσουν στα πόδια του. Έρχονταν από τη Θεοφύλακτη. Ο Βλαδίμηρος είχε στείλει πρέσβεις του να δουν τον Αυτοκράτορα. Ο Μέγας Δούκας του Κιέβου αναγνώριζε πως μόνο ο Βασίλειος ήταν Αυτοκράτωρ.

-          Τι θέλουν οι πρέσβεις; Φώναξε.

-          Θέλουν να μιλήσουν προσωπικά στο Μεγαλείον σου, απάντησαν οι μαντατοφόροι.

Έσφιξε τις γροθιές του. Μάντευε τι θα ζητούσε ο Βλαδίμηρος και η σκέψη ότι θα ήταν υποχρεωμένος να υποχωρήση, έκανε όλο το αίμα να’ ανέβη στο κεφάλι του.

-          Θα τους δεχθώ τον τρίτο βασιλικό σταθμό από τη Βασιλεύουσα, ήταν η απάντησή του.

Ξεκίνησε πάλι η αυτοκρατορική πομπή, έφθασε στον τρίτο σταθμό. Ο Βασίλειος δέχθηκε τους αποσταλμένους του Βλαδίμηρου στην πορφυρή σκηνή του τριγυρισμένος από τους αρχηγούς του.

-          Ο Μέγας Δούκας του Κιέβου, πήρε το λόγο ο γεροντότερος από τους Ρως, ο άρχοντάς μου ο Βλαδίμηρος με πρόσταξε τούτα να πω στο Μεγαλείον σου: «Κυρίεψα την πόλη σου, Βασιλέα Αυτοκράτορα της Ρωμηοσύνης. Όπως έκανα δική μου την πόλη σου στη Μαύρη Θάλασσα έτσι θα κυριέψω και την πρωτεύουσά σου αν δεν μου δώσης την αδελφή σου σύνευνή μου».

Αυτά είπε μονάχα ο πρέσβυς και σιωπή θανάτου ακολούθησε τα λόγια του. Οι στρατηγοί του Βασίλειου κρατούσαν ακόμα και την ανάσα τους, για να μη χάσουν ούτε μια λέξη από κείνες που έβγαιναν από το στόμα του.

-          Την απάντησή μου την γνωρίζει ο Μέγας Δούκας του Κιέβου, έκανε, την αδελφή μου θα του την δώσω όπως του το υποσχέθηκα, όταν θα βαφτισθή. Όσο για τις απειλές του, δεν τις υπολογίζω.

Οι στρατηγοί ανάσαναν. Τα λόγια του Αυτοκράτορα σώζαν τα προσχήματα. Η Θεοφύλακτη δεν θα κινδύνευε να δη μια μέρα την θάλασσα του Μαρμαρά να πλημμυρίζη από τα στενά πλεούμενα των Ρως.

Οι πρεσβευτές υποκλίθηκαν και ο γεροντότερος ξανπήρε το λόγο:

-          Ο κύριός μου και άρχοντάς μου με επεφόρτισε να πω στο Μεγαλείον σου ότι δέχεται να βαφτισθή. Ο Μέγας Δούκας του Κιέβου θα βαφτισθή μόλις η πορφυρογέννητη και αδελφή του Βασιλείας σου, Άννα, έλθη στο Κίεβο. Ακόμα υπόσχεται πως θα σου ξαναδώση πίσω τη Χερσώνα μόλις γίνουνε οι γάμοι του.

Ο Βασίλειος δάγκωσε τα χείλη του. Θα προτιμούσε για να μην πληγωθή η υπερηφάνεια του να βαφτισθή πρώτα ο Βλαδίμηρος και ύστερα να φύγη η Άννα και για μια στιγμή σκέφτηκε να διώξη τους πρεσβευτές. Δεν το ‘ κανε. Οι Ρως που είχε στείλει ο Βλαδίμηρος, οι έξ χιλιάδες άνδρες που πολεμούσαν σαν δαίμονες κοντά του, είχαν αρχίσει να γκρινιάζουν και να ζητάνε να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα τους, ορμηνεμένοι το δίχως άλλο από τους ανθρώπους του Βλαδίμηρου. Αν έδιωχνε λοιπόν τους πρέσβεις θα φεύγανε κι’ αυτοί.

-          Πες τον κύριό σου, έκανε το ίδο ξερά όπως πριν, ότι θα του στείλω την πρφυρογέννητη αδελφή μου με ιερωμένους για να τον βαφτίσουν πριν από το γάμο του.

Οι πρέσβεις υποκλίθηκαν για Τρίτη φορά.

-          Ο κύριός μου, συνέχισε ο γεροντότερος, υπόσχεται ακόμα ότι θα βαφτισθή και όλος ο λαός του.

Ο Βασίλειος κούνησε το κεφάλι του κι’ έκανε ένα νόημα δείχνοντάς τους ότι η ακρόαση είχε τελειώσει. Οι Ρως τον προσκύνησαν και πισωπατώντας βγήκαν από τη σκηνή του.

Έφυγαν οι πρεσβευτές και ο Βασίλειος πρόσταξε τους στρατηγούς του να τον αφήσουνε μονάχο του. Αγαπούσε την αδελφή του και η σκέψη ότι ήταν υποχρεωμένος να την θυσιάση για την Αυτοκρατορία τον γέμιζε πικρό παράπονο. Σκεπτότανε τον σπαραγμό της , τις ικεσίες της, τις φωνές που θα έμπηζε όταν θα της έλεγε την απόφασή του και η καρδιά του σφιγγόταν τόσο πολύ που του κοβόταν η ανάσα. Έμεινε όλη τη μέρα κλεισμένος μέσα στη σκηνή του και μόνον αφού προσευχήθηκε ηρέμησε λιγάκι. Η Αυτοκρατορία έπρεπε να ζήση, το συμφέρον της απαιτούσε την θυσία και η θυσία ενός ανθρώπου, ακόμα κι’ αν αυτός ήταν αδελφή του, έπρεπε να γίνη. Κατάπιε τη λύπη του, στέγνωσε τα δάκρυά του και οπλισμένος με θάρρος, γιατί θα του χρειαζόταν περίσσιο θάρρος για να μη λυγίση μπροστά στις ικεσίες της Άννας, ξεκίνησε για τη Βασιλεύουσα.

Ακόμα στ’ αυτιά μου αντηχούν οι θρήνοι, ακόμα η καρδιά μου είναι ματωμένη από την άφατη λύπη, ακόμα μπροστά στα μάτια μου έχω εικόνες που δεν α σβήσουν ποτέ όσα χρόνια κι’ αν περάσουν, όσο και να ζήσω. Η Άννα, η αδελφή του καλού μου προσφέρθηκε θυσία στην Αυτοκρατορία. Η Άννα φεύγει για την μακρινή και βάρβαρη χώρα του Μεγάλου Δούκα του Κιέβου, του Βλαδίμηρου, να ενωθή μαζί του με τα ακατάλυτα δεσμά του γάμου, κ’ εγώ, εγώ την συνοδεύω, αφήνοντας πίσω τον αγαπημένο μας, την στιγμή που νοιώθω πως με χρειάζεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

Γύρισε στη Βασιλεύουσα ο ακριβός μου και ο λαός τον υποδέχθηκε βουβός, όπως αρμόζει στις μεγάλες λύπες, στα μεγάλα πένθη, γιατί πενθούσε διπλά και τρίδιπλα λαός και άρχοντες. Πενθούσαν για την Βέροια, πενθούσαν για την Χερσώνα, πενθούσαν για την Άννα την πορφυρογέννητη, την ακριβή φίλη, που θάφευγε από την Κωνσταντίνου πόλη να πάη μακριά σε τόπους άγνωστους και απολίτιστους να γίνη πρώτη αρχόντισσα ενός λαού που όλοι περιφρονούσαν που όλοι θεωρούσαν βάρβαρο και αγροίκο. Θα έφευγε αφήνοντας πίσω της την χαρά, την ευτυχία, τα πλούσια ανάκτορα, την αγάπη του αδελφού της, την δική μας την αγάπη, γιατί όλες οι αρχόντισσες, ακόμα και οι γυναίκες του λαού την αγαπούσαν.

Η απόφαση του Βασίλειου να την δώση στον Βλαδίμηρο έφθασε στη Βασιλεύουσα πολύ πριν από τον γυρισμό του και σαν το έμαθε η Άννα, το έμαθε από την μάννα της , έπεσε στα γόνατά της και ενώνοντας τα χέρια της σε ικεσία φώναξε:

-              Μάννα, συ που με γέννησες, συ που μ’ έφερες στον κόσμο, βοήθησέ με τούτη τη φορά. Γίνε, για μια στιγμή μονάχα, μάνα αληθινή, δες τον σπαραγμό μου και λυπήσου με. Λυπήσου το παιδί σου που χάνεται, που πεθαίνει, γιατί, μα τον Θεό, στο ορκίζομαι πως προτιμώ τον θάνατο από έναν τέτοιο γάμο, μακριά από την πατρίδα μου, μακριά από τους δικούς μου, μακριά από όλα τούτα που αγάπησα και με αγαπήσαν. Μάννα, πάρε ανθρώπινη καρδιά… ξέχασε ποια είσαι και βοήθησέ με. Ένας λόγος σου, μια προσπάθειά σου και σώζομαι από την εξορία, από τον χειρότερο θάνατο, από όλους τους θανάτους… Μάννα, τι σκέπτεσαι; Γιατί δεν μου μιλάς Τόσο αδιάφορη σου είμαι;

-              Σ’ ακούω, παιδί μου, της γλυκομίλησε η Θοφανώ. Σ’ ακούω, όμως τι μπορώ να κάμω; Όταν μοίρα των πορφυρογέννητων είναι αυτή που πέφτει τώρα βαρειά επάνω σου; Σε ποιον να μιλήσω και ποιος να με ακούση;

-              Στον αδελφό μου, μάννα, στον Βασίλειο. Αυτός με δίνει, αυτός μπορεί και να με πάρη πίσω.

-              Μην και το θέλει τάχα και αυτός; Της χάιδεψε τα μαλλιά η Θεοφανώ. Μήπως φαντάζεσαι ότι η υπερηφάνειά του δεν πληγώνεται όταν σε δίνη εσένα την αγαπημένη του αδελφή, στον ξένο; Όχι, γλυκειά μου Άννα, δεν το μπορώ, ούτε κι’ εκείνος ούτε και κανένας που νάναι άξιος να φέρνη το όνομα του Βασιλέα. Και ο αδελφός σου, Άννα, ο γιος μου ο Βασίλειος, είναι άξιος.

Δεν άκουσα τον λυγμό της Άννας, άκουσα τα λόγια της Θεοφανώς και, τι παράξενο αλήθεια! Εκείνη τη στιγμή την αγάπησα, γιατί μίλαγε καλά για κείνον που αγαπούσα.

-              Γιατί να με γεννήσης, μάννα; Άκουσα σε λίγο το ξεφωνητό της Άννας. Γιατί να με φέρης σ’ έναν κόσμο που τίποτε δεν υπολογίζεται, ούτε η αγάπη, ούτε τα αισθήματα, αλλά μόνον η ανάγκη; Γιατί να μην γεννηθώ χωριάτισσα, γυναίκα του λαού, για να μπορώ να πάρω άνδρα μου έναν δικό μας άνδρα, που θα μιλάη τη γλώσσα μας που θάχη τον ίδιο τον Θεό, που θάχη την ίδια καταγωγή με μένα; Μάννα, γλυκειά μου μάννα… Με στέλνει στα ξένα, σ’ ανθρώπους βάρβαρους, που βρωμάνε σαν τραγιά. Μάννα, πώς θα ζήσω μακριά από όλα τούτα που αγάπησα από μικρή, από τις λατρευτές συντρόφισσές μου, από τα δώματά μου, από τις παιδικές μου αναμνήσεις, τα’ αδέλφια, την Πόλη μας, εσένα μάννα;

Η Θεοφανώ δεν απάντησε, την έσφιξε μόνον στην αγκαλιά της και, ναι, το λέω αλήθεια, είδα στα μάτια της δυο δάκρυα. Ήταν άνθρωπος λοιπόν, είχε αισθήματα κ’ εκείνη…

Δεν θάσαι μόνη σου της ψιθύρισε σαν νάτανε μωρό, θάχης και συντρόφισσες. Τούτο μπορώ και θα το κάμω. Θάχεις μαζί σου δέκα πατρίκιες που μόνη σου θα διαλέξης. Θα σου δώσω ακόμα και ιερωμένους. Θα μείνουν όλοι τους κοντά σου. Θάχης και ευνούχους και σκλάβες και γυναίκες που θα σε φροντίζουν. Θ’ ακούς την γλώσσα μας. Θα τους μιλάς , θα τους ακούς και μαζί θα ξαναζήτε τα παλιά. Έτσι, ο πόνος του χωρισμού θα σου είναι λιγώτερο βαρύς. Άννα, πίστεψέ με, όλα γιατρεύονται στον κόσμο τούτο… πίστεψέ με. Το ξέρω γιατί κι’ εγώ έζησα στην εξορία, στο μοναστήρι…

Έσβησε η φωνή της και το βλέμμα της χάθηκε σε μάκρος. Τούτη τη στιγμή είχε ξεχάσει την κόρη της , που δερνόταν στην αγκαλιά της, θυμόταν τα δικά της.

-              Έζησα στην εξορία, μουρμούρισε, μονολογώντας, χωρίς καμμιά ελπίδα, καμμιά αγάπη…

-              Μάννα, βόγγηξε ξανά η Άννα, πότε… μην τάχα ξέρεις πότε;…

-              Σύντομα, μουρμούρισε η Θεοφανώ. Σύντομα, το ψέμα δεν ωφελεί. Οι πρέσβεις του Βλαδίμηρου θα γυρίσουνε δε δυο βδομάδες…

-              Τόσο γρήγορα… Τόσο γρήγορα… Πριν ακόμα προλάβω να συνηθίσω… Πριν προλάβω…

-              Καλύτερα, παιδί μου, καλύτερα. Αν είναι κάτι να γενή, όσο πιο γρήγορα, τόσο πιο καλά. Ύστερα… Ύστερα… θάσαι Βασίλισσα. Θα εξουσιάζης, θα κυβερνάς στο πλευρό του.

Η φωνή της Θεοφανώς δεν έμοιαζε μ’ εκείνη που ήξερα, ήταν άχρωμη, σπασμένη. Πάλευε κ’ εκείνη μέσα της. Ήξερε πως τα λόγια της δεν θάδιναν παρηγορά στην Άννα.

Σώπασαν και οι δυο. Στο μεγάλο δώμα αντηχούσαν τώρα μόνον οι λυγμοί της Άννας. Η Θεοφανώ την έσφιγγε πάντα στην αγκαλιά της και της χάιδευε τα μαλλιά.

Διάλεξε η Άννα την ακολουθία της. Τις πατρίκιες που θα την ακολουθούσαν. Δεν είπε τίποτε σε μένα. Με κοίταξε μόνο με τόση απελπισία, που άθελά μου της ψιθύρισα:

-          Θα ερχόμουνα κ’ εγώ αν με ζητούσες.

Έπεσε στην αγκαλιά μου, με φίλησε και με σπασμένη την φωνή της με ρώτησε ψιθυριστά:

-          Θαρχόσουνα, Αρετή; Θαρχόσουν;

Ένοιωθα απελπισμένη. Και, ναι, το ομολογώ, μετανιωμένη, όμως το είχα πει. Δεν μπορούσα πια να το πάρω πίσω.

-          Σ’ ευχαριστώ, Αρετή, με φίλησε στα δυο μου μάγουλα. Κοντά σου η εξορία θάναι λιγώτερο δυσβάσταχτη. Σ’ ευχαριστώ… όμως…

Δεν συνέχισε την φράση της. Μάντευα τι θα μου έλεγε. Θα μου μίλαγε για κείνον που θα άφηνα. Δεν το ‘θελα. Δεν θα μπορούσα να κρατηθώ.

-          Μην πης τίποτε, Άννα, την παρακάλεσα. Θα έλθω…

Το είπα και δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Κλάψαμε αγκαλιασμένες, μέχρι που από μακριά, από τον δρόμο, ακούστηκαν τα βούκινα και οι σάλπιγγες που ανάγγελναν τον γυρισμό του ακριβού μου.

Γύρισε, έκανε ξαφνικά η Άννα, γύρισε…

Με κοίταξε αλαφιασμένη, έφυγε από την αγκαλιά μου κ΄ έτρεξε στο παραθύρι.

-          Ναι, εκείνος είναι, μουρμούρισε, εκείνος που με διώχνει!

-          Άννα, έτρεξα κοντά της, δεν σε διώχνει, σε αγαπάει, το ξέρεις. Προσπάθησε να σε κρατήση, οι περιστάσεις όμως…

-          Οι περιστάσεις, μουρμούρισε ξανά, άτονα, ξεψυχισμένα. Οι περιστάσεις…

Έπλεξε τα χέρια της μέσα στην απελπισία της και κοίταξε σα χαμένη ολόγυρά της.

-          Δεν θα ξαναδώ τίποτα από όλα αυτά΄… τίποτε ποτέ μου πια. Αρετή, γλυκειά μου Αρετή, εσύ, εσύ τι φταις για να με ακολουθήσης στην εξορία μακριά από…

Με κοίταξε ξανά, τα μάτια της βουρκώσανε και πλησιάζοντάς με μέ αγκάλιασε και με φίλησε στα δυο μου μάγουλα.

-          Δεν θέλω να θυσιαστής για μένα, Αρετή, έκανε ξαφνικά φεύγοντας από κοντά μου. Δεν θα σε πάρω μαζί μου. Δεν είμαι τόσο σκληρή. Δεν έχω τόση κακία.

-          Θα έλθω, της είπα σφίγγοντας την καρδιά μου. Θα έλθω. Θέλω να σε συνοδεύσω.

-          Κι’ ο έρωτάς σου; Φώναξε.

Έσκυψα το κεφάλι μου χωρίς να της απαντήσω.

-          Μπορείς να τον απαρνηθής; Μπορείς; Φώναξε ξανά.

Λαλιά δεν βγήκε από το στόμα μου. Μόνο ένας λυγμός.

-          Δεν το μπορείς και έρχεσαι μαζί μου. Αρετή, είσαι περισσότερο από αδελφή μου. Θα σε πάρω για λίγο μονάχα. Μέχρι που να συνηθίσω. Μέχρι που να πεθάνω, γιατί θα πεθάνω, Αρετή, και σύντομα, πολύ σύντομα. Τότε… Τότε θα γυρίσης.

Δεν είχε πάθος ο τόνος της, ήταν ξερός σαν του ανθρώπου που είχε πάρει την απόφασή του. Ανατρίχιασα. Ήταν να παντρευτή όχι με άνδρα, αλλά με τον Χάροντα. Σκληρή, ανάλγητη η μοίρα της. Για μια στιγμή σκέφθηκα να τρέξω στον ακριβό μου, να πέσω στα πόδια του, να ενώσω κ’ εγώ τις ικεσίες μου με τις δικές της. Γρήγορα την απόδιωξα αυτή τη σκέψη. Ούτε η Άννα, ούτε κ’ εγώ θα του λέγαμε να μην τηρήση την υπόσχεσή του. Γιατί, αλίμονο, το μόνο που θα πετυχαίναμε θα ήτανε ν’ αυξήσουμε και τον δικό του πόνο.

Πέρασαν οι δυο βδομάδες, ήλθαν ξανά οι αποσταλμένοι του Βλαδίμηρου. Σε τρεις μέρες θα κινούσαμε για τη μακρινή πατρίδα τους. Στο Ιερό Παλάτιο οι ετοιμασίες είχαν τελειώσει. Τα προικιά – αλήθεια, προικιά ή  σάβανα; – είχαν πια συναχτή. Οι φινοσκαλισμένες κασσέλες με τα βαριά μεταξωτά, τα χρυσάφια και τα κεντημένα φορέματα είχαν ξεχειλίσει. Η ακολουθία της Άννας αποχαιρετούσε με κλάματα τους συγγενείς τους φίλους. Όχι, δεν ήτανε γάμος, ήτανε κηδεία. […]

Νύχτωσε, η τελευταία μέρα που θα έμενα στην Κωνσταντίνου πόλη. Τα δάκρυα στο γυναικωνίτη δεν είχαν στερεμό. Βογγούσε κ΄ έκλαιγε η Άννα, φιλούσε τις σκλάβες της, τους ευνούχους που θα άφηνε. Αγκάλιαζε το ένα ακριβό της άψυχο, ένα κύπελλο, ένα ανθοδοχείο, ένα σελλίο, ζητούσε να το πάρη μαζί της, το ετοιμάζανε. Το ξανάφηνε κ’ έπιανε κάτι άλλο. Η Θεοφανώ δεν έφυγε στιγμή από κοντά της. Τα δυο τελευταία βράδυα κοιμήθηκε μαζί της και σήμερα που θα φεύγαμε στεκόταν δίπλα της και της μιλούσε, και την παρηγορούσε και της χάριζε ό,τι βρισκότανε μπροστά της. Είχε καρδιά. Την είχε πάντα; Δεν το ξέρω. Τώρα όμως λυπόταν, γιατί η Άννα δεν της έμοιαζε, γιατί δεν νοιαζότανε για Εξουσία και για τέτοια, γιατί εκεί στο Κίεβο που θα έμενε θα ήταν δύσκολες και άδειες οι μέρες και οι ώρες της…

Ξημέρωσε η Κυριακή. Χτυπήσαν οι καμπάνες. Η βασιλική πομπή ξεκίνησε για τη Μεγάλη Εκκλησιά. Η Άννα θα λειτουργιότανε για τελευταία φορά στο λαμπρό σπίτι του Θεού. Ήταν γεμάτη η εκκλησιά, όταν φτάσαμε στο γυναικωνίτη. Αρχόντοι και λαός είχανε μαζευτή από πολύ πρωί, γιατί θέλανε ν’ αποχαιρετήσουνε την αδελφή του ακριβού μου. Άκουσα τα πρώτα λόγια με μισόκλειστα τα μάτια, κι’ όταν τα ξανάνοιξα, είδα την Άννα χλωμή σαν πεθαμένη να τρικλίζη, έτοιμη να σωριαστή στα μάρμαρα επάνω. Έτρεξα και τη συγκράτησα. Πίεσε τον εαυτό της και συνήλθε.

-          Αν το ΄ξερα, μουρμούρισε κάποια στιγμή, θα γινόμουν καλόγρηα.

Τα λόγια της με πάγωσαν. Η Άννα αγαπούσε τη ζωή, το Ιερό Παλάτιο. Η ζωή όμως κοντά στον Βλαδίμηρο θα ήτανε ζωή για κείνη; Προσπάθησα να τον φέρω στο νου μου. Τον είχα δει μια μονάχα φορά από μακριά στο χρυσοτρίκλινο. Ήταν ψηλός, κατάξανθος, με γαλανά μάτια και μακριά μουστάκια που τρέχανε δεξιά κι’ αριστερά από τα χείλη του. Γελούσε δυνατά και η φωνή του ήταν βαρειά, τραχειά κι’ αγροίκια. Ήταν ντυμένος, τότε που τον είχα δει στο χρυσάφι και στα γουναρικά.

Απόλυσε κάποτε η Εκκλησιά και η μεγάλη πομπή που σχηματίστηκε στο Αυγουσταίο τράβηξε για το βασιλικό λιμάνι. Εκεί περίμενε ο δρόμωνας που θα μετέφερε την Άννα, κι’ αλίμονο, κ’ εμένα και την ακολουθία της στον μακρινό Βοριά. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι άρχοντες, πληβείους, αρτιζάνους, γυναίκες, παιδιά, καλόγερους και καλογέρισσες. Ένας κόσμος πολύχρωμος, βουβός, ασάλευτος. Η Θεοφύλακτη ξεπροβόδιζε την πορφυρογέννητη που πήγαινε σε ξένους τόπους, βάρβαρους, να παντρευτή για το καλό της. Για το καλό όλου αυτού του κόσμου που με σφιγμένη την καρδιά και με κομμένη την ανάσα, όπως στις κηδείες, έβλεπε τη χρυσή πομπή, τους δύο Αυτοκράτορες, την Αυγούστα και τη νύφη να περνάνε αργά – αργά από μπροστά του. Έφθασε στο λιμάνι η πομπή, σταμάτησε. Οι μαγλαβίτες κάναν μια σειρά ζερβά και δεξιά και ο Βασίλειος και ο Κωνσταντίνος προχώρησαν και στάθηκαν κοντά στην αδελφή τους.

Δάκρυα τρέχανε από τα μάτια ολονών. Βουβά, γεμάτα πίκρα και παράπονο της Άννας, λύπης και ανημποριάς να βοηθήσουνε από τα μάτια του ακριβού μου. Φιλήθηκαν τα αδέλφια κι’ ένας λυγμός που ξέφυγε από τα στήθη της Άννας ακούστηκε σαν ράγισμα καμπάνας στη γεμάτη πλούσια, φανταχτερά χρώματα βασιλική αποβάθρα. Φίλησε και η Θεοφανώ την κόρη της και το πολυβαμμένο πρόσωπό της το πάντοτε ανέκφραστο μπροστά στον κόσμο, πήρε μια σκιά μελαγχολίας που τρεμόπαιξε στα χείλη και στο βλέμμα της. Κράτησε κάμποσες στιγμές στην αγκαλιά της την Άννα η Αυγούστα, κ’ εγώ, που ήμουνα κοντά της, άκουσα να της ψιθυρίζη: «Ζητά θυσίες η πορφύρα, κόρη μου. Θυσίες που δύσκολα κρατάει ο άνθρωπος όσο γερός κι’ αν είναι. Φεύγεις πορφυρογέννητη, για να στεφθείς Βασίλισσα. Τούτη θάναι η παρηγοριά σου. Έργο βαρύ υψώνεται μπροστά σου. Η Χάρη Της η Παναγιά θα σε βοηθήση και θα ζήσης. Θα ζήσης και η Ιστορία θα γράψη ότι χάρις σε σένα κέρδισε ο γλυκός Ιησούς μια χώρα ολόκληρη. Κόρη μου, σε αποχαιρετώ στο χέρι σου είναι να ζήσης, αν όχι ευτυχισμένη, τουλάχιστον χρήσιμη για τον καινούργιο λαό σου.»

Τη φίλησε ξανά κ’ ενώ βουβοί οι άρχοντες παρακολουθούσαν τη σκηνή, έβγαλε από το χ΄ρι της ένα δαχτυλίδι μ’ ένα βαθύ κόκκινο ρουμπίνι και της το πέρασε στο δάχτυλο.

-          Για να με θυμάσαι, της είπε ψιθυριστά, γιατί σ’ αγαπώ, Άννα, γιατί ίσως να μη σε ξαναδώ στη ζήση μου. Όχι… όχι για σένα! Εσύ θα ζήσης και δεν θα είσαι δυστυχισμένη. Δεν θα είσαι! Πίστεψέ με!

Τη φίλησε για Τρίτη φορά και δάκρυσε. Ήτανε μάννα λοιπόν; Πονούσε η καρδιά της; Θα έλεγα ναι, αν δεν την ξανακοίταζα. Την είδα για τελευταία φορά, καθώς έμπαινα στο καράβι. Ήταν ακίνητη, ψυχρή. Το πρόσωπό της ήταν μάσκα, χωρίς έκφραση. Τι ήταν; Ήταν τόσο υποκρίτρια ή ήξερε να κρύβεται; Δεν μπόρεσα να καταλάβω…

Στριγγή ακούστηκε μια σάλπιγγα. Ο δρόμωνας έφευγε. Το τσούρμο του έτρεξε κ’ έβγαλε τις σανίδες με τα πορφυρά χαλιά.  Το καράβι ελευθερώθηκε από τα δεσμά του. Ο κόκκινος ξύλινος δρόμος, που μας ένωνε με τη Βασιλεύουσα, κόπηκε με μιας. Κοιτούσα πάντα τον καλό μου και για μια στιγμή, καθώς είδα μια ανάλαφρη κίνηση του κορμιού του, κίνηση που ίσως εγώ μονάχα είδα, φαντάσθηκα πως θάτρεχε, πως θα πηδούσε στο καράβι και θα μ’ έσφιγγε στην αγκαλιά του.

Οι κωπηλάτες σ’ ‘ένα πρόσταγμα του κελευστή φτερώσαν τα κουπιά τους κ’ ύστερα όλοι μαζί μ’ ένα πάφλασμα που έκανε την καρδιά μου να σταματήσει τα βύθισαν στη θάλασσα. Τραντάχτηκε και κουνήθηκε ο δρόμωνας, ενώ σύγχρονα τα πανιά του με τις εικόνες της Παναγιάς και τα μονογράμματα του Χριστού πλατάγισαν στον αγέρα, καθώς κατέβαιναν από τις κεραίες τους. Φεύγαμε. Η Άννα γύρισε προς το μέρος μου και, χωρίς να βγάλη λέξη από το στόμα της, έπεσε στην αγκαλιά μου και ένωσε τα δάκρυά της με τα δικά μου. Δεν ήταν ξεκίνημα για γάμο, δεν ήταν ξεπροβόδισμα νύφης χαρούμενης που πάει να βρη τον ακριβό της. Ήτανε ξόδι – το ξόδι της πορφυρογέννητης.

Έσβησε πέρα στον ορίζοντα η Βσιλεύουσα. Ο κουμπές της Μεγάλης Εκκλησιάς γυαλοκόπησε ακόμα μια φορά, τα τειχιά κιτρινοκάστανα, όμοια με το χώμα από τους αιώνες που διάβηκαν απάνω τους, φάνταξαν σαν παιγνίδια. Τόσο μικρά, τόσο ασήμαντα γίνονταν από την απόσταση. Ο Φάρος κοντά στο Σπίτι της Παναγιάς όρθωσε ακόμα περισσότερο το ψηλόλιγνο κορμί του σαν νάθελε να μας αποχαιρετήση. Είχαμε φύγει. Η Θοφύλακτη θα έμενε όνειρο αλαργινό, δυσκολόπιαστο για μένα, ανέγγιχτο πια για την ακριβή μου φίλη, την Άννα, που βαριαναστέναζε σιμά μου.

Δεν θα μιλήσω για το ταξίδι μας, ούτε για τη θάλασσα που συναντήσαμε στο δρόμο, ούτε για την απόλυτη γαλήνη που ακολούθησε μετά τη θύελλα. Η Άννα σιγά – σιγά άρχισε να συνηθίζη με την ιδέα ότι θα παντρευόταν στα ξένα. Οι αποσταλμένοι του Βλαδίμηρου την κοιτούσανε πάντοτε στα μάτια προσπαθώντας να μαντέψουνε και την πιο μικρή της πεθυμιά για να την εκπληρώσουνε αμέσως. Δεν τους άκουγε, δεν τους πρόσεχε τις πρώτες μέρες. Κατόπι όμως, όταν ένας από τους ιερωμένους της ακολουθίας της της είπε πως δυο τρεις είχανε αρχίσει ν’ ακούνε με προσοχή το λόγο του Θεού, όταν τους είδε να σταυροκοπιούνται αδέξια και κοκκινίζοντας στο τραπέζι απάνω, κάτι σαν βάλσαμο χύθηκε στην καρδιά της και χαμογέλασε για πρώτη φορά από τη στιγμή που μπήκαμε στον δρόμωνα.

Είχε αχνοφανεί στο ορίζοντα η Χερσώνα (Κριμαία), όταν ο πρωτοκάραβος έστειλε σπαθάριο να ειδοποιήσει την Άννα ότι στόλος ολόκληρος από μικρά πλεούμενα των Ρως ερχόταν να την προϋπαντήσει. Ντύθηκε η Άννα, φόρεσε το βαρύ χρυσοκέντητο φόρεμά της και με όλη την ακολουθία της ανέβηκε πάνω στο ξυλόκαστρο (του πλοίου). Χρύσισε, λαμπύρισε, γέμισε ασήμια και πολύτιμες πέτρες το κατάστρωμα, καθώς η ακολουθία της, κατεπάνω, τουρμάρχες, ιερωμένοι και πατρικίες, πήραν την σειρά τους. Η Άννα ήταν σοβαρή και αμίλητη, όπως πάντα. Κοιτούσε εμπρός την Χερσώνα, χωρίς να την βλέπει. Ο νους της ήταν αλλού: στη Βασιλεύουσα, στο Ιερό Παλάτιο. Δεν είδε τα μικρά πλεούμενα που, στολισμένα με πολύχρωμα φλάμπουρα, έρχονταν, σε δύο γραμμές, να ενωθούνε με το δρόμωνα και τα χελάνδια που μας ακολουθούσαν. Δεν είδε, ούτε άκουσε τις άναρθρες κραυγές που μπήξανε τα τσούρμα των Ρως, όταν ζύγωσαν το καράβι μας. Και φώναζαν οι Ρως, και χτυπούσαν κύμβαλα, και φυσούσαν σε βούκινα και σε σάλπιγγες, και ούρλιαζαν, και κουνούσαν τα χέρια τους, τα όπλα τους, κι ανέμιζαν πολύχρωμα υφάσματα. Βάρβαρος λαός, βάρβαρα τα έθιμά τους… Πού η σοβαρότητα, πού το αυστηρό τυπικό της Αυλής του Βυζαντίου…

Κοιτούσα συνεπαρμένη τα πλεούμενα, τους Ρως με τα παράξενα ρούχα, τα φλάμπουρά τους, όταν μέσα από τα καράβια τους ξεχώρισα ένα, γιατί ήταν το μεγαλύτερο και το ψηλότερο, γιατί τα κουπιά του ήταν βαμμένα κόκκινα ζωηρά, γιατί χρύσιζαν στις άκρες τους. Ερχόταν γραμμή απάνω μας. […]

-          Ο μέγας δούκας, ο Βλαδίμηρος, έκανε ψιθυριστά ο πρωτοκάραβος, και γυρίζοντας στον δρουγγάριο που στεκότανε κοντά του έδωσε τις διαταγές του.

[…] Το καράβι των Ρως ζύγωσε, κόλλησε πάνω στο δικό μας και, από την σκάλα που του έριξε το τσούρμο μας, ανέβηκε αργά αργά πάνω στο κατάστρωμα ο Βλαδίμηρος, ενώ οι σαλπιγκτές μας του απόδιναν χαιρετισμό. Ήταν ψηλός, γύρω στα σαράντα, ομορφοκαμωμένος. Προχώρησε αργά αργά ανοιγοκλείνοντας συνέχεια τα μάτια του, σαν να μην έβλεπε καλά. […] ενώ τον προσκυνούσαμε, πλησίασε την Άννα, που στεκόταν ακίνητη, ψυχρή και άφωνη, σαν άγαλμα. Δεν την φίλησε ούτε την πήρε στην αγκαλιά του. Υποκλίθηκε μόνο άχαρα μπροστά της, σαν να μην ήτανε συνηθισμένος σε αυτά τα πράγματα, και με βαριά φωνή τής είπε ελληνικά, σαν να αποστήθιζε το μάθημά του:

-          Καλώς ήρθες στην χώρα μου. Στην χώρα σου.

Η Άννα δεν απάντησε. Μισοσήκωσα το βλέμμα μου και είδα πως τον κοιτούσε με φρίκη. Τον κοίταξα κι’ εγώ. Τα μάτια του, Θεέ μου, ήταν θολά, ήταν γεμάτα πηχτά κίτρινα δάκρυα. Δεν έβλεπε καλά. Σωστά το είχα μαντέψει.

-          Τα μάτια του, είδες τα μάτια του, Αρετή; Μου είπε σαν βρεθήκαμε ξανά μονάχες μας η Άννα.

Κούνησα το κεφάλι μου. Τι να της έλεγα; Δεν έφθανε που ήταν βάρβαρος, που ήταν ξένος, που μιλούσε μια γλώσσα που ηχούσε παράξενα στ’ αυτιά μας, ήταν και σχεδόν τυφλός. Μια ακόμα συμφορά στις τόσες.

-          Μίλησα με τον Αλέξιο, τον για τρό που μας συνοδεύει. Θα γίνη καλά. Δεν είναι τίποτε το σοβαρό, έτσι μου είπε, συνέχισε άτονα η Άννα.

[…] Βαφτίστηκε ο Βλαδίμηρος στην εκκλησιά του Αγίου Βασιλείου, μπροστά στους συναγμένους πρωτάρχοντες της χώρας του – Βογιάρους τους λένε στη Ρωσία – και το σπίτι του θεού αντήχησε από την Θεία Ψαλμωδία. Βαφτίστηκε ο Βλαδίμηρος και μαζί με αυτόν και εκατό ακόμα άρχοντές του. […]

Την τέταρτη μέρα μετά τη βάφτιση του Βλαδίμηρου, αντήχησε και πάλι η εκκλησιά του Αγίου Βασιλείου από τα θεία λόγια. Παντρευόταν η Άννα τον Βλαδίμηρο, μπροστά σε όλους του Βογιάρους του, μπροστά στους στρατηγούς του και τις τρανές αρχόντισσες, τις Βογιάρισσες, που κοιτούσανε με ζήλεια και με φθόνο την Άννα και εμάς τις πατρικίες της ακολουθίας της, γιατί τα ρούχα τους ήταν φτωχά μπροστά σ’ εκείνα που φορούσαμε εμείς, γιατί τα χρυσαφικά τους ήταν κακοφτιαγμένα, τα χέρια τους απεριποίητα, γιατί – Θεέ μου… – μυρίζαν απλυσιά, γιατί δεν βάφονταν και δεν καλοχτένιζαν τα μαλλιά τους. […] Μ΄ αυτή την σκέψη γύρισα να την κοιτάξω. Ήταν στητή και ακίνητη όσο κρατούσε το μυστήριο, όμως δεν δάκρυσε, ούτε λιγοψύχησε. Το είχε πάρει απόφαση. Αυτή θα ήταν η ζωή της. Κοντά στον άνδρα που στεκόταν βουνό ολόκληρο σιμά της. Το Βλαδίμηρο που την κοιτούσε κιόλας με λατρεία. […]

Το Κίεβο, η πρωτεύουσα του Βλαδίμηρου, απέχει έξη μέρες δρόμο από την Χερσώνα. Τόσο κάναμε να φτάσουμε ταξιδεύοντας αργά, ξεκούραστα. […]

Λύθηκαν τα γόνατά μου σαν αντίκρισα το Κίεβο. Δεν ήταν πόλη ετούτη… Ήταν χωριό. Ένα μακρύ χωριό από καλύβες λάσπινες, που απλωνότανε ζερβά και δεξιά από το ποτάμι, Βορυσθένης, το όνομά του, από αρχοντικά που μόνο αρχοντικά δεν ήτανε. Φθάσαμε στο ανάκτορο του Βλαδίμηρου, κατεβήκαμε από τις άμαξες. Ένα σπίτι κοινό ήταν το ανάκτορό του, που ούτε ένας έμπορος στην Βασιλεύουσα δεν θα καταδεχότανε. Όχι πως ήτανε μικρό. Ήταν όμως τόσο κακόγουστο, τόσο απεριποίητο, τόσο χωρίς στολίδια, τόσο βρώμικο στο κάτω μέρος, όπου ήταν οι στάβλοι, που σου ερχότανε λιγοθυμιά.

Η Άννα δεν φάνηκε να νοιάζεται. Το δώμα της ήταν μεγάλο, ήταν στρωμένο με χαλιά και με προβιές και στους τοίχους ήταν κρεμασμένα υφάσματα και πολίτιμα γουναρικά. Βαριά βήλα κλείναν τα παράθυρα και τα άπειρα σβηστά λεβέτια μιλούσαν για το κρύο που έπεφτε όταν χειμώνιαζε.

Ο Βλαδίμηρος δεν ήξερε πώς να εκδηλώση τη χαρά του. Φώναζε εκεί που δεν έπρεπε να φωνάζη, γελούσε εκεί που δεν ήτανε για γέλιο, έκανε σαν παιδί που κέρδισε κάτι μεγάλο, κάτι ανώτερο από τις προσδοκίες του. Στο πρόσωπό του ανθούσε πάντα το χαμόγελο και στα γαλανά του μάτια, που είχαν πια ολότελα θεραπευτή, φεγγοβολούσε η ευτυχία. Ήταν γυναικάδελφος με τους Αυτοκράτορες του Βυζαντίου, το μεγαλύτερο όνειρο της ζωής του είχε εκπληρωθεί και τώρα δεν ζητούσε τίποτε άλλο από το πώς να ευχαριστήση την Τσαρίτσα, όπως φώναζαν οι Βογιάροι και οι Βογιάρισσες την Άννα.

Έξυπνη, από τον γάμο της και πέρα [η Άννα] καλοδέχτηκε τις αρχοντοκυράδες και φάνηκε πρόθυμη να τις βοηθήση σ’ ό,τι της ζητούσαν, στο ντύσιμο, στα μυστικά της ομορφιάς, στο πλύσιμο. […] Οι Ρως γινήκαν χριστιανοί, όχι γιατί το θέλανε οι ίδιοι, όχι γιατί γνωρίσαν τον γλυκό Ιησού, αλλά γιατί το ήθελε ο μέγας Δούκας τους, ο άντρας της καλής μου της Άννας…

[…]

Μονότονη κυλούσε η ζωή μου στο Κίεβο. Κάτι ταξίδια πού και πού τα καλοκαίρια. Μια επίσκεψη στη Χερσώνα, μια περιοδεία στη χώρα του Βλαδίμηρου. Και η Άννα; Με ήθελε κοντά της. Μούκανε και προξενιές, μού μίλησε ανοιχτά. Με ρώτησε τι ελπίζω μια και ο Βασίλειος ο αδελφός της, ο ακριβός μου, με είχε λησμονήσει. Δεν της απάντησα. Με κατάλαβε και δεν μου ξαναμίλησε για γάμο. Είχε συνηθίσει την καινούργια της ζωή. Την αγαπούσαν. Ήταν καλή. Είχε μάθει και τα ρωσικά. Οι Βογιάρισσες της ακολουθίας της την είχανε θεά τους. Αλλάξανε τα ρούχα τους, ντυθήκανε όπως εκείνη. Αλλάξαν και τα σπίτια τους όσες μπορούσαν. Οι πρωτομαστόροι από τη Βασιλεύουσα κάνανε χρυσές δουλειές. Καινούργιο Κίεβο χτιζόταν. Οι εκκλησιές γέμισαν πιστούς. Ο Περούν, ο παληός θεός είχε ξεχαστή…

 

Σχολιάστε