Δύο κείμενα που έγραψε η Δέσποινα Γιαννακοπούλου του Β1

Το να είσαι ο εαυτός σου, χρειάζεται δύναμη
Οι όμορφες νότες του πιάνου, έδιναν έναν τόνο ευτυχίας στην μονότονη ζωή του. Έχοντας ένα όμορφο τριαντάφυλλο –το αγαπημένο λουλούδι της μητέρας του- πάνω στο πιάνο του, του οποίου τα φύλλα πάλλονταν απαλά κάθε φορά που έπαιζε μία διαφορετική νότα, και ένα μολύβι κοντά στην κακογραμμένη του παρτιτούρα, περνούσε ώρες νανουρίζοντας τον σκύλο του, εκνευρίζοντας τον πατέρα του και χαλαρώνοντας την ψυχή του.
Έπαιζε όμορφα τραγούδια, δικής του έμπνευσης, όπως η μητέρα του. Kάθε φορά που την έφερνε στο μυαλό του, έγραφε και ένα καινούριο μουσικό σύνολο. Ο πατέρας του εκνευριζόταν και έκλεινε με δύναμη το καπάκι του πιάνου, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να καταφέρει να σπάσει ένα από τα πλήκτρα. «Αυτό το πιάνο, το έπαιζε μόνο η μητέρα σου!» του έλεγε. Εκείνος έκλεινε το πιάνο, κατευθυνόταν προς το παράθυρο και χάζευε την ζωή του δρόμου. Δίσταζε να μιλήσει στον πατέρα του, δίσταζε να του μιλήσει για την μητέρα του, δίσταζε να είναι ο εαυτός του.
Τα βράδια, η Τασία –η νοσοκόμα που τον φρόντιζε- τον έβαζε στο κρεβάτι του. Την ένιωθε φίλη του, με αποτέλεσμα να την ρωτά όλα αυτά που τον βασάνιζαν. «Τασία, πόσα χρόνια είσαι εδώ;» την ρώτησε μια μέρα, καθώς τον έβαζε στο κρεβάτι του. Εκείνη κοντοστάθηκε. Σκέφτηκε για μερικά λεπτά και στην συνέχεια του απάντησε: «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου.» « Γιατί ρωτάς;» τον ρώτησε γεμάτη περίεργεια. Εκείνος την κοίταξε για λίγο με αμηχανία. «Θυμάσαι την μαμά μου;» την ρώτησε. Εκείνη του χάιδεψε τα μαλλιά. «Άρη μου, δεν χρειάζεται να τα θυμάσαι αυτά.» του απάντησε ήρεμα. Εκείνος συνέχισε -απτόητος- να την ρωτά. «Ήταν όμορφη; Ο πατέρας; Ήταν ευτυχισμένος μαζί της; Εγώ; Με αγαπούσαν εμένα; Πως ήμουν μωρό; Η μητέρα μου με αγαπούσε; Έπαιζε και εκείνη πιάνο; Εγώ γιατί δεν την θυμάμαι;» Η Τασία υπέκυψε στις ερωτήσεις του. Έκατσε δίπλα του, στην καρέκλα του γραφείου του, και του είπε όσα ήξερε. «Δεν την θυμάσαι, γιατί δεν σε αφήνει ο πατέρας σου. Η μητέρα σου ήταν όμορφη. Πολύ όμορφη. Της μοιάζεις, ναι, της μοιάζεις πολύ. Έπαιζε πιάνο. Τα βράδια, κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί, πριν καλά καλά γεννηθείς, σου έπαιζε τραγούδια στο πιάνο για να σε νανουρίσει. Σε αγαπούσε. Και ο πατέρας σου σε αγαπάει. Απλά δεν το δείχνει. Όλοι ήταν ευτυχισμένοι». Εκείνος δεν αρκέστηκε από αυτά που τη ρώτησε: «Και γιατί ο πατέρας μου έχει γίνει τόσο σκληρός μαζί μου;» H Τασία απέφυγε να του απαντήσει. Έκανε να φύγει. Εκείνος έπιασε το χέρι της και της είπε: «Σημαίνει πολλά για εμένα αυτή σου η απάντηση. Σε παρακαλώ, απάντησε μου». Η Τασία δεν πρόλαβε να πει τίποτα. Η πόρτα χτύπησε. Ήταν η κόρη της Τασίας, η Άννα. Ο Άρης μόλις την είδε σώπασε και γύρισε από την άλλη κάνοντας τον κοιμισμένο. Η Τασία του έδωσε ένα γλυκό φιλί, μιας και κατάλαβε πως η αιφνιδιαστική επέμβαση της κόρης της του χάλασε τα σχέδια, και στην συνέχεια έφυγε.
Το επόμενο πρωί, Κυριακή, ο Άρης ξύπνησε νωρίτερα από ότι συνήθως. Ήξερε πως την ώρα που εκείνος κοιμόταν, η Τασία, η Άννα αλλά και ο πατέρας του πήγαιναν στην εκκλησία. Έτσι, μιας και είχε ξυπνήσει πιο νωρίς, και δεν ήταν κανείς στο σπίτι για να τον βοηθήσει, δεν θα μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Με την βοήθεια των χεριών του ανασήκωσε λίγο την πλάτη του, ώστε να αλλάξει στάση στο σώμα του. Μη ξέροντας τι να κάνει φώναξε «Είναι κανείς εδώ;» ξέροντας πως δεν θα πάρει απάντηση. Ωστόσο μία φωνή του απάντησε «Ναι». Εκείνος χάρηκε. Δεν κατάλαβε ποιανού ήταν μιας και η κλειστή πόρτα του δωματίου του δεν του επέτρεπε να ακούσει καθαρά. « Σε παρακαλώ, μπορείς να έρθεις να με βοηθήσεις;» είπε, περιμένοντας πως θα ήταν ο πατέρας του. Λίγα δευτερόλεπτα μετά ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα του. «Περάστε» είπε εκείνος περιμένοντας να δει ποιος ήταν. Προς μεγάλη του έκπληξη ήταν η Άννα, η κόρη της Τασίας. Το χαμόγελο στα χείλη του έσβησε όταν την είδε. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Μπορείς να με βοηθήσεις;» την ρώτησε όσο πιο ευγενικά μπορούσε. Εκείνη του απάντησε θετικά και έκανε να κινήσει προς το μέρος του. Πήρε το αναπηρικό του αμαξίδιο, που ήταν πίσω από την πόρτα και το έφερε δίπλα από το κρεβάτι του. «Λοιπόν, θα κάνεις ότι σου πω. Εντάξει;» της είπε εκείνος. «Δεν μπορείς να σηκωθείς μόνος σου;» του αποκρίθηκε. Ο Άρης νευρίασε και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα προσπάθησε να της εξηγήσει. «Είμαι ανάπηρος. Οι ανάπηροι δεν περπατάνε». Εκείνη του ανταπέδωσε λέγοντας του πως όπου υπάρχει δύναμη, υπάρχει και τρόπος. Ο Άρης –του οποίου η υπομονή είχε εξαντληθεί προ πολλού- προσπάθησε να σηκωθεί μόνος του, ώστε να μην πέσει στην ανάγκη της. Όταν όμως προσπάθησε να βάλει το πόδι του στο αναπηρικό αμαξίδιο, εκείνο κουνήθηκε και τον έριξε κάτω. Η Άννα χαμογέλασε. Πήγε κοντά του για να τον βοηθήσει. Τον έβαλε στο αναπηρικό του αμαξίδιο, χωρίς να μπορεί να κρύψει το χαμόγελο της. «Μία προειδοποίηση», είπε ο Άρης. «Δεν μου αρέσουν τα άτομα που με λυπούνται». Το πρόσωπο της απευθείας σοβάρεψε. «Την επόμενη φορά, να πατήσεις το φρένο που είναι στο κάτω μέρος της αριστερής σου ρόδας αν δεν θέλεις να πέσεις» του είπε και έφυγε από το δωμάτιο εκνευρισμένη.
Ο Άρης κατάλαβε πως την εκνεύρισε, αλλά ο τεράστιος εγωισμός του δεν του επέτρεπε να το παραδεχτεί. Γυρνώντας τις ρόδες του, έφτασε από το δωμάτιο στο σαλόνι. Εκεί έκατσε για αρκετή ώρα μπροστά από το πιάνο του, χωρίς να παίζει. Δεν είχε όρεξη. Άκουσε γέλια έξω από το παράθυρο. Κρύφτηκε πίσω από την κουρτίνα και χάζεψε για μερικά λεπτά τα παιδιά που έπαιζαν έξω ποδόσφαιρο. Στην άλλη πλευρά του δρόμου, όμορφα κορίτσια, μικρά σε ηλικία, έπαιζαν κυνηγητό. Θυμήθηκε την μητέρα του. Ένα αμυδρό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη του. Στράφηκε προς το πιάνο. Άνοιξε το καπάκι και άρχισε να παίζει. Χωρίς παρτιτούρα. Απλά έκλεινε τα μάτια του και θυμόταν την μητέρα του να τον κυνηγά, ενώ εκείνος καλά καλά δεν ήξερε να περπατήσει. Το κλειδί στην πόρτα ακούστηκε. Σταμάτησε να παίζει και πήγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο δωμάτιο του. Έκατσε στο γραφείο του.
Λίγες στιγμές αργότερα, ο πατέρας του και η Τασία μπήκαν μέσα γελώντας. Ο Άρης στράφηκε προς την πόρτα του δωματίου του. Του φάνηκε περίεργο. Άκουγε τον πατέρα του να γελά, μετά από αρκετά χρόνια θλίψης. Ωστόσο λίγο αργότερα το γέλιο σταμάτησε. Η Τασία χτύπησε την πόρτα του δωματίου του. Εκείνος της επέτρεψε να περάσει, και προς μεγάλη της έκπληξη, ο Άρης καθόταν στο καροτσάκι του. «Ποιος σε έβαλε;» τον ρώτησε με περιέργεια, μιας και ήξερε πως μόνος του αποκλείεται να τα είχε καταφέρει. «Η Άννα», απάντησε εκείνος μονολεκτικά, χωρίς να έχει όρεξη για κουβέντα. «Α ναι» διαπίστωσε η Τασία, «Την άφησα σπίτι, γιατί είχε πυρετό.» Ο Άρης ένιωσε τύψεις. Ζήτησε από την Τασία να φύγει από το δωμάτιο. Πέρασε αρκετές ώρες δίπλα από το παράθυρο, χαζεύοντας την ζωή του δρόμου που τόσο είχε λησμονήσει. Όταν ο ήλιος είχε γίνει αρκετά καυτός, κοντά στις τρείς το μεσημέρι, η Τασία πέρασε από το δωμάτιο του και του χτύπησε την πόρτα. Ήταν ώρα για το μεσημεριανό τους γεύμα.
Ο Άρης κινήθηκε αργά προς την τραπεζαρία. Εκεί, βρήκε τον πατέρα του και την Τασία να τον περιμένουν. Έφαγαν χωρίς να ανταλλάξουν ούτε μία κουβέντα. Ωστόσο τον Άρη τον βασάνιζε μία απορία: Γιατί η Άννα δεν έκατσε στο τραπέζι μαζί τους;. Λίγο αργότερα, η Τασία σηκώθηκε από το τραπέζι για να μαζέψει τα πιάτα. Πήρε το ανέγγιχτο πιάτο της Άννας και κίνησε να της το πάει στο δωμάτιο. Ο Άρης την σταμάτησε. «Που το πας το πιάτο;» την ρώτησε, δήθεν αδιάφορα. «Στην κόρη μου», του απάντησε. «Έχει πυρετό και δεν μπορεί να έρθει ως εδώ. Πρέπει να την φροντίσω λίγο». Ο Άρης ένιωσε τύψεις. «Άσε, θα το πάω εγώ» της είπε. «Πρέπει να της ζητήσω και ένα ευχαριστώ που με βοήθησε το πρωί» πρόσθεσε. Η Τασία χαμογέλασε. Ακούμπησε το δίσκο με το φαγητό της κόρης της στα πόδια του, του ανακάτεψε λίγο το μαλλί και τον άφησε να φύγει.
Ο Άρης έφτασε έξω από το δωμάτιο της διστακτικά. Χτύπησε σιγανά την πόρτα και όταν η Άννα του επέτρεψε να μπει, άνοιξε με προσοχή την πόρτα. Η Άννα ξαφνιάστηκε, όταν τον είδε. Δεν την άφησε να μιλήσει. «Κοίτα. Ξέρω πως σε στενοχώρησα πριν. Και δεν ήξερα πως ήσουν άρρωστη. Εντάξει, το παραδέχομαι πως είμαι και λίγο οξύθυμος μετά το ατύχημα, αλλά να, δεν έχω και φίλους και μου φάνηκε περίεργο που με βοήθησες. Ε, και στην τελική σου χρωστάω ένα συγνώμη…» Εκείνη χαμογέλασε, πήρε τον δίσκο από πάνω του και τον αγκάλιασε. «Έχεις φίλους», του είπε. Εκείνος απόρησε. «Εμένα!» του είπε με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Τα δύο παιδιά χαμογέλασαν. Έμεινε και της έκανε παρέα μέχρι να τελειώσει το γεύμα της. Λίγο πριν φύγει από το δωμάτιο, για να την αφήσει να ξεκουραστεί, εκείνη τον ρώτησε. «Μέχρι αύριο θα είμαι καλύτερα. Το απόγευμα θέλεις να πάμε καμιά βόλτα;» ο Άρης της κοίταξε σχεδόν εξοργισμένος. «Δεν βγαίνω έξω», της απάντησε και σταμάτησε εκεί την συζήτηση.
Όλη την υπόλοιπη μέρα την πέρασε μπροστά από το πιάνο. Έπαιζε και ξαναέπαιζε την κακογραμμένη του παρτιτούρα, χωρίς να του έρχεται καμία έμπνευση. Δεν μπορούσε να την τελειώσει. Κάποια στιγμή, αργά το βράδυ η Άννα πήγε κοντά του. Πήρε το τριαντάφυλλο που είχε πάνω από το πιάνο και το μύρισε. Ο Άρης βλέποντας αυτή την εικόνα άρχισε να παίζει. Η Άννα έκατσε και τον κοιτούσε γεμάτη περιέργεια. Όταν τέλειωσε, αφού αποτύπωσε τις νότες στο πεντάγραμμό του της είπε: «Μου θύμησες την μαμά μου». Εκείνη χαμογέλασε. Ήταν αργά, τα δύο παιδιά πήγαν για ύπνο.
Το επόμενο πρωί, η Άννα έφυγε για το σχολείο. Ο Άρης δεν έκανε μάθημα, μιας και ή Τασία που τον διάβαζε, γιατί ντρεπόταν να πάει σχολείο, είχε αρρωστήσει. Τριγυρνούσε στο σπίτι, χωρίς να έχει τίποτα να κάνει. Ο πατέρας του έλειπε στην δουλειά, και ήταν μια καλή ευκαιρία να παίξει πιάνο, αλλά του ήρθε μία καλύτερη ιδέα. Οι παρτιτούρες του ήταν ελλιπείς, θολές, μιας και η εικόνα της μητέρας του ήταν αμυδρά αποτυπωμένη στο μυαλό του. Εφόσον δεν είχε κανέναν να τον εμποδίσει, έψαξε σε όλα τα ντουλάπια που υπήρχαν στο σπίτι –και ήταν πολλά- για να βρει μία φωτογραφία της. Κάποια στιγμή, αφού σπατάλησε αρκετή ώρα ψάχνοντας τα ντουλάπια, βρήκε μία φωτογραφία που δεν είχε ξαναδεί. Ήταν εκείνος μικρός, στην αγκαλιά μιας όμορφης, καστανομάλλας γυναίκας, που δεν ήταν η Τασία. «Μαμά!» είπε και δάκρυσε. Έμεινε εκεί, κοιτώντας την φωτογραφεία για αρκετή ώρα. Λίγα λεπτά αργότερα, έτρεξε, πήρε την άδεια κορνίζα που στεκόταν πάνω από το πιάνω και έβαλε εκεί την φωτογραφεία της μητέρας του. Άρχισε να παίζει κοιτώντας την φωτογραφία της. Τα συναισθήματα ήταν έντονα. Δεν ήξερε τι ένιωθε. Έπαιζε για ώρες.
Αργά το μεσημέρι, γύρισε ο πατέρας του. Η Άννα δεν είχε έρθει ακόμα, θα πήγαινε πρώτα μία βόλτα από τον πατέρα της. Ο πατέρας του μπήκε στο σαλόνι και είδε τα δύο πράγματα που τον εξόργιζαν περισσότερο. Τον γιό του να παίζει πιάνο και την φωτογραφία της γυναίκας του να στολίζει την έως τότε άδεια κορνίζα. Πήγε κοντά στον γιό του. Δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Έκλεισε το καπάκι του πιάνου. Πήρε την κορνίζα με την φωτογραφία της γυναίκας του στα χέρια. Βούρκωσε. «Αυτή, πρέπει να την ξεχάσεις!» είπε στον γιό του και πέταξε με δύναμη την κορνίζα κάτω, με αποτέλεσμα να την σπάσει. Ο Άρης έμεινε να κοιτάζει την φωτογραφία της μητέρας του κλαίγοντας. Ο πατέρας του κλείστηκε στο δωμάτιο του. Λίγο αργότερα μπήκε μέσα η Άννα.
Βρήκε τον Άρη να είναι πάνω από την φωτογραφία της μητέρας του και να κλαίει. Μάζεψε τα γυαλιά από το πάτωμα και τον κοίταξε στα μάτια. «Του μίλησες;» τον ρώτησε. Εκείνος δεν της απάντησε. «Τότε γιατί έσπασε την φωτογραφία της;» συνέχισε να τον ρωτά. «Δεν ξέρω», της απάντησε. «Δεν ξέρεις;» ρώτησε θυμωμένη η Άννα. «Δεν τον ρώτησες;» Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Πήγαινε, ρώτα τον τώρα. Αφού αυτό θέλεις, το ξέρω. Πήγαινε. Κάνε αυτό που θέλεις. Γίνε ο εαυτός σου!» Ο Άρης δεν της απάντησε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και πήγε προς το δωμάτιο του πατέρα του. Χτύπησε δυνατά την πόρτα. «Γιατί δεν με αγαπάς; Γιατί δεν με αφήνεις να την θυμάμαι; Γιατί με κάνεις να νιώθω ντροπή για αυτό που είμαι;» άρχισε να τον ρωτά φωνάζοντας. Ο πατέρας του βγήκε έξω και τον χαστούκισε. Πρώτη φορά τον χτυπούσε. Η Άννα προσπάθησε να τον παρηγορήσει. «Καλύτερα να πάμε μια βόλτα. Να ηρεμίσουν τα πνεύματα» είπε. Εκείνος χωρίς να το σκεφτεί δέχτηκε.
Τα δύο παιδιά κάνανε μία βόλτα στο κοντινό δασάκι. Ηρέμησαν για λίγο, ωστόσο δεν κατάφεραν να περάσουν απαρατήρητοι. Κάποια παιδιά τους συνάντησαν στον δρόμο της επιστροφής. «Ωραίο όχημα έχει ο φίλος σου.» είπαν κάποια παιδιά γελώντας. «Είναι γρήγορο; Άσε, θα μαντέψω, Φεράρι;» γέλασαν. Ο Άρης ένιωσε άσχημα. Δεν τους απάντησε. «Ας φύγουμε», είπε στην Άννα. Ένα παιδί τους διέκοψε. «Ρε σεις. Αυτός είναι που η μάνα του πέθανε για να τον σώσει. Αυτό το καθυστερημένο που πριν περάσει τον δρόμο δεν κοίταξε αν περνάνε αμάξια και σκότωσε την μητέρα του!», είπε ένα παιδιά στα υπόλοιπα. Ο Άρης εξαγριώθηκε: «Την μητέρα μου δεν θα την πιάνετε στο στόμα σας!», τους είπε. «Γιατί; Θα αφήσει τα ραδίκια για να μας κάνει ντα;» είπαν γελώντας. Ο Άρης έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, αφήνοντας πίσω του τα παιδιά να γελάνε.
Η Άννα τον πρόλαβε. «Έπρεπε να τους απαντήσεις. Μην καταπιέζεις αυτά που νιώθεις. Αυτά που θέλεις να πεις. Να είσαι ο εαυτός σου!» του είπε. «Από όσο φαίνεται, ο εαυτός μου δεν αρέσει σε όλους», της απάντησε θυμωμένος. Δεν της είπε τίποτα άλλο. Μπήκε στο σπίτι και κλειδώθηκε στο δωμάτιο του. Ούτε της μίλησε.
Η Άννα, αρκετές ώρες αργότερα, του άφησε ένα σημείωμα κάτω από την πόρτα. Εκείνος το πίρε στα χέρια του και το διάβασε. Έλεγε μονάχα μία φράση. «Το να είσαι ο εαυτός σου χρειάζεται δύναμη». Εκείνος πήρε το τριαντάφυλλο πάνω από το πιάνο του, και μαζί με ένα χαρτάκι το άφησε έξω από την πόρτα της. Το χαρτάκι έλεγε «Ε τότε, είμαι δειλός»…
Μια σελίδα από το ημερολόγιο μου
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
Αυτή τη στιγμή, νιώθω εξαιρετικά θυμωμένη. Φυσικά, όπως πάντα, υπαίτιοι για τα νεύρα μου, είναι –ποίοι άλλοι;- οι γονείς μου.
Η μαμά, αν και της το έχω τονίσει χιλιάδες φορές πως δεν μου αρέσει να βάζει σκούπα όταν κοιμάμαι, άνοιξε την ηλεκτρική σκούπα και καθάρισε όλο το σπίτι. Βγήκα έξω από το δωμάτιο τρέχοντας. Επειδή με ξέρει, μου έδειξε το ρολόι: ήταν εφτά. Δεν μπορούσα να της πω κάτι. Με εξοργίζει όταν έχει δίκιο. Όμως δεν έφτανε μόνο αυτό! Αργότερα, αφού σκούπισε, έβαλε τραγούδια στην τηλεόραση –με την ένταση στο τέρμα- και άρχισε να καθαρίζει τα τζάμια. Πήγα πάλι μέσα να την δω.. Έκλεισα την μουσική και την κοίταξα θυμωμένη. Ακόμα πιο θυμωμένη από πριν. «Κάνω γενική» μου είπε. Πάλι δεν μπορούσα να πω τίποτα, μιας και έχουμε συμφωνήσει πως ΜΟΝΟ όταν κάνει γενική καθαριότητα στο σπίτι μπορεί να ακούει μουσική. Μα καλά, ποιος κάνει γενική καθαριότητα ημέρα Πέμπτη;
Φυσικά όμως δεν ήταν μόνο αυτό, μιας κι έχω δύο γονείς. Και όπως πάντα, όταν με νευριάζει ο ένας, δεν υπάρχει περίπτωση να μην με νευριάσει και ο άλλος. Στο τέλος αυτής της εξοντωτικής μέρας, καθόμουν κολλημένη στο τζάμι του σαλονιού και χάζευα το μπαρ απέναντι στο οποίο γινόταν το πάρτι του ΓΕΛ και φυσικά ο μπαμπάς δεν με είχε αφήσει να πάω. Έτρεξα στην κουζίνα, όπου καθόταν και διάβαζε την εφημερίδα του και άρχισα να κλαίω και να φωνάζω πως αυτός έφταιγε που δεν πήγα στο πάρτι. Εκείνος –με την κλασική ηρεμία του- με ρώτησε: «Πίνεις;». Φυσικά του απάντησα «όχι». «Καπνίζεις;». Και πάλι «όχι» του απάντησα. «Ξέρεις κανέναν από το ΓΕΛ;», με ρώτησε στο τέλος. Εγώ, αρχίζοντας να χάνω την ψυχραιμία μου, του φώναξα «Ο-χι». Και τότε ήρεμος μου είπε: «τότε γιατί να πας;»
Δεν το πιστεύω! Είχε δίκιο, για ακόμα μία φορά, είχε δίκιο! Νευρίασα…
Γιατί, γιατί οι γονείς πρέπει να έχουν πάντα δίκιο; Είναι τόσο σπαστικό να έχουν δίκιο, γιατί τότε, δεν μπορείς να κάνεις έναν καβγά της προκοπής. Είναι ανώφελο!
Δεν σε φιλώ,
γιατί απόψε δαγκώνω,
Ντέπυ…
Σχολιάστε
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.

