Από τις μαθήτριες Καλαντζή Ειρήνη-Νεκταρία, Κατσάπα Χριστίνα, Παπαχαραλάμπους Παρθενία-Νεφέλη
Η λέξη «ειδώλιο» είναι υποκοριστικό του ουσιαστικού «είδωλο» (< εἶδος = μορφή) και χρησιμοποιείται στην επιστήμη της Αρχαιολογίας για να δηλώσει το «μικρό ομοίωμα, αγαλματίδιο που αναπαριστά άνθρωπο, ζώο, φυτό ή πράγμα». Δεν θα πρέπει να συγχέεται η λέξη με το ουσιαστικό «εδώλιο», το οποίο σημαίνει «κάθισμα», καθώς προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «ἕζομαι» (= κάθομαι).
Το ειδώλιο της φωτογραφίας εκτίθεται στον πρώτο όροφο του Μουσείου Ακρόπολης (προθήκη 2, αρ. 13). Τοποθετείται χρονικά στην ύστερη εποχή του χαλκού ή μυκηναϊκή εποχή (1300-1190 π.Χ.) και είναι κατασκευασμένο από πηλό. Ανήκει στην κατηγορία των ειδωλίων τύπου Ψ, τα οποία πήραν την ονομασία τους από την ομοιότητα του σχήματός του με το αντίστοιχο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Αποδίδει σχηματικά γυναικεία μορφή που έχει τα χέρια υψωμένα σε στάση δέησης. Πρόκειται πιθανότατα για αφιέρωμα στη μυκηναϊκή θεότητα της γονιμότητας, ίσως τη θεά Αθηνά, την οποία ίσως αναπαριστά.
Ειδώλια κατασκευάζονταν στην αρχαιότητα από διάφορα υλικά, πηλό, πέτρα, ξύλο, ελεφαντοστό, αλλά και μάρμαρο, όπως τα περίφημα κυκλαδικά ειδώλια.
ΠΗΓΕΣ
1. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
2. https://christikolexiko.academyofathens.gr/index.php
3. https://www.theacropolismuseum.gr/gynaikeio-eidolio-10
4. https://camu.gr/item/mykinaika-pilina-eidolia/
5. https://www.ime.gr/chronos/02/islands/gr/technology/figurines/index.html

