Από τον Κάσο Δημήτρη
Η λέξη «κόθορνος» είναι αγνώστου ετύμου, πιθανώς λυδικό δάνειο.
Οι υποκριτές της αρχαίας τραγωδίας, υποδυόμενοι ρόλους ηρώων, φορούσαν κοθόρνους, που ήταν υποδήματα με ψηλό και παχύ πέλμα. Πιο συγκεκριμένα, το κοστούμι των ηθοποιών συμπλήρωναν οι μπότες από μαλακό δέρμα που έφταναν μέχρι το μέσο της κνήμης. Δεν είχαν σόλα και κάθε μία μπορούσε να φορεθεί τόσο στο δεξί όσο και στο αριστερό πόδι. Ήταν αρκετά φαρδιές και ευλύγιστες. Το πάνω μέρος τους μπορούσε να διπλωθεί προς τα έξω. Η μύτη τους ήταν συχνά ανασηκωμένη, ώστε οι υποκριτές να κινούνται πιο εύκολα και να περιορίζεται ο θόρυβος των βημάτων τους. Τα υποδήματα αυτά ονομάζονταν «κόθορνοι». Συνήθως, οι κόθορνοι ταυτίζονται με τα θεατρικά υποδήματα που είχαν πολύ ψηλή σόλα. Η αλλαγή όμως αυτή έγινε στα ελληνιστικά χρόνια, όταν οι δερμάτινες μπότες αποκτούσαν σταδιακά όλο και ψηλότερη σόλα. Βασικός σκοπός ήταν να φαίνονται καλύτερα οι υποκριτές από το λογείον. Στη ρωμαϊκή εποχή οι σόλες των κοθόρνων έγιναν υπερβολικά ψηλές.
Σήμερα, η λέξη «κόθορνος» χρησιμοποιείται μεταφορικά, προκειμένου να δηλώσει άνθρωπο αναξιόπιστο που αλλάζει από ιδιοτελείς απόψεις και θέσεις. Χρησιμοποιείται όμως και για να δηλώσει γενικώς ένα οποιοδήποτε υπόδημα με πολύ χοντρό πέλμα (π.χ. «Πώς περπατάς μ’ αυτούς τους κοθόρνους, απορώ!»).
ΠΗΓΕΣ
1. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
2.http://ancienttheater.culture.gr/el/parastaseis-arxaiotita/item/100-ti-kostoumia-forousan


