Το συρτάρι της γιαγιάς μύριζε βασιλικό
Το παρακάτω κείμενο βασίζεται σε σελίδα του ημερολογίου μου, την οποία έχω αλλάξει για να γίνει η εργασία. Η σελίδα του ημερολογίου είχε ως θέμα τις αναμνήσεις μου από τη γιαγιά μου και τα συναισθήματά μου για αυτήν, αφού εδώ και πολύ καιρό δε μένει πια κοντά μας αλλά σε μακρινή πόλη για να αντιμετωπίσει μια μεγάλη ασθένεια. Πολλά γεγονότα έχουν αλλάξει αρκετά και δεν ανταποκρίνονται ακριβώς στην πραγματικότητα.

Στην παλιά εταζέρα της γιαγιάς, που’ χε ξεμείνει σε μία γωνία του σπιτιού από την προγιαγιά Α-σπασία και τον καιρό πριν τον πόλεμο, η γιαγιά συνήθιζε να τακτοποιεί με σεβασμό “τα πράγματα των παππούδων”. Στο μεγάλο ξύλινο συρτάρι της περισσότερο έβαζε σκόρπιες φωτογραφίες. Μετά έριχνε μέσα βασιλικό.
Φωτογραφίες ασπρόμαυρες, “με πρόσωπα θολά και παραμορφωμένα”, με ρούχα σκούρα και “σώματα που μοιάζαν με σκιές”, όπως συνήθιζε να λέει η ίδια η γιαγιά. Ποιος είναι ποιος…δεν το’ χει κανείς ξεκαθαρίσει. Κι ύστερα φωτογραφίες με ανθρώπους που οδηγούν τα ζώα κι οργώνουν τη γη…

Μου άρεσε πολύ να την ακούω να μου εξηγεί: “…εδώ είναι ο παππούς Μανιός στον τρύ-γο… εδώ φορτώνουν στους γαϊδαράκους τα σακιά…κι ο θείος ο Αντρίκος διαβάζει μαζί μας στις ελιές…αυτοί εδώ με τα καπέλα μέσα στις λάσπες και τις πέτρες χτίζουν το χωριό…στ’ αλήθεια έκτισε όλο το χωριό μας ο παππούς Μανιός… ο θείος ο Αγγελής τότε έλειπε, διάβαζε στην Αθήνα…”.
Δεν τη διέκοπτα συχνά. Μα κάποιες φορές δεν άντεχα: “Αυτοί με τις στολές γιαγιά που μοιάζουν με στρατιώτες,…γιατί έμεναν μέσα στο σπίτι;…αφού δεν καταλαβαίνατε τι έλεγαν …ούτε κι αυτοί σας καταλάβαιναν…τι γλώσσα μίλαγαν γιαγιά; Πού ήταν ο παππούς Μανιός; Γιαγιά, γιατί άμα κρυώσουν πολύ τα πόδια σου στα κόβουν;…».
”Εδώ γιαγιά φοράς τα πιο όμορφα γοβάκια… Διαβάζεις στην Αθήνα; …Αυτή είσαι εσύ και η μαμά μωρό;”
“Γιαγιά…όταν μεγαλώσω, θα διαβάσω κι εγώ στην Αθήνα…όπως κι εσύ και η μαμά”.
Η χαρά μου ήταν μεγάλη τα βράδια δίπλα στο τζάκι τον Χειμώνα: “…Κι αυτός εδώ είναι ο παππούς Αντρέας, ο Μακεδονομάχος”. Αυτόν τον παππού λοιπόν τον είχα ήδη εντυπωθεί από το τεράστιο σκουρόχρωμο κάδρο που ήταν κρεμασμένο στο σαλόνι του σπιτιού και που τράβαγε πάντα σαν μαγνήτης τα παιδικά μάτια μου τόσο για τα ψηλά καλογυαλισμένα στιβάνια του παππού όσο και για το μακρύ τουφέκι που στεκόταν δίπλα του.
“…Κι αυτή η κόρη του, η γιαγιά Ασπασία…δασκάλα ήθελε να γίνει…μα βλέπεις εκείνο τον καιρό είχαμε τη βεντέτα. Της το ξεκόψανε λοιπόν, από το σπίτι δε θα ξανάβγαινε, για να πάει στο σχολειό! Τι να το κάνει το σχολειό; Θα τη φάνε στον δρόμο, είναι βέβαιο. Έκλαψε, φώναξε, κλείστηκε τελικά για προστασία μέσα για τα καλά, μέχρι που παντρεύτηκε τον παππού Μανιό και να’ μαι τώρα εγώ η γιαγιά σου”.
Κι έπειτα οι πιο μοντέρνες φωτογραφίες, αυτές που δείχνουν καθαρά τα πρόσωπα και τα χρωματιστά τα ρούχα: “…η μπλε ποδιά της μαμάς με τον κάτασπρο πλεκτό γιακά…η καφετιά σάκα του Αντρίκου, οι μελαχρινές κούκλες της Αργυρής και της Ασπασιώς με τα γαλάζια φορέματα και τα βελούδινα καπέλα!…Ο παππούς Γιάννης που χαμογελάει και τραγουδάει μαζί με τα παιδιά τα παιδικά τραγούδια”.
Το συρτάρι των παππούδων μύριζε ξεραμένο βασιλικό που η γιαγιά πολύ συχνά έριχνε μέσα. Το ίδιο και οι εικόνες με τα πρόσωπα όταν τις έπαιρνες στα χέρια σου. Τώρα που λείπεις γιαγιά, έχω τακτοποιήσει κάποιες καινούριες φωτογραφίες μέσα στο συρτάρι. Έριξα και βασιλι-κό…Μόλις γυρίσεις, θα σου πω πολλές ιστορίες…

Ταξίδεψα με τις ιστορίες σου Ευγενία μου.Ωραία γλώσσα και γραφή!
Υπέροχο κείμενο, πολύ συναισθηματικό και νοσταλγικό! Κι εγώ ψάχνω συρτάρια και φωτογραφίες, που με οδηγούν στο παρελθόν!!
Συγκινήθηκα Ευγενια μου. Λένε πως η μυρωδιά είναι η πιο δυνατή αίσθηση στον άνθρωπο, πιο δυνατή και από την εικόνα. Είναι αυτή που δεν ξεχνάς ποτέ. Και η πιο μεγάλη παρακαταθήκη της γιαγιάς σου είναι οι όμορφες αναμνήσεις που σου έχει χαρίσει. Εύχομαι να μοιραστείτε πολλες πολλές ακόμη στιγμές μαζι.