Traduttore,traditore: Το δίλημμα του μεταφραστή

 

της Αγγελικής Τσιμούρη
Μετάφραση δε σημαίνει απλά να λες το ίδιο πράγμα σε άλλη γλώσσα. Όπως έγραψε και ο Γάλλος συγγραφέας, David Diop, στο βιβλίο του, «Τη νύχτα το αίμα όλων είναι μαύρο»: «Η μετάφραση δεν είναι ποτέ απλή. Το να μεταφράσεις κάτι είναι να προδώσεις στα σύνορα, είναι να εξαπατήσεις, είναι να ανταλλάξεις μία πρόταση με μία άλλη. Η μετάφραση είναι μία από τις μοναδικές ανθρώπινες δραστηριότητες στις οποίες απαιτείται κάποιος να πει ψέματα για τις λεπτομέρειες προκειμένου να μεταφέρει την αλήθεια σαν σύνολο. Το να μεταφράζεις σημαίνει να ρισκάρεις να καταλάβεις καλύτερα από τους άλλους ότι η αλήθεια για μια λέξη δεν είναι μοναδική, αλλά διπλή, ακόμη και τριπλή, τετραπλή ή πενταπλή. Το να μεταφράζεις σημαίνει να απομακρύνεσαι από την αλήθεια του Θεού, η οποία, όπως όλοι γνωρίζουν ή πιστεύουν, είναι μοναδική». Όμως το απόσπασμα αυτό το μετέφρασα εγώ και ο τίτλος του βιβλίου αποτελεί και εκείνος μετάφραση από τα γαλλικά, όπου ονομάζεται «Frère d’âme» που στην κυριολεξία σημαίνει «αδερφός ψυχής». Γιατί, λοιπόν, διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ τους οι δύο τίτλοι; Τι έκανε τον μεταφραστή να απομακρυνθεί από το πρωτότυπο; Πώς μπορεί κανείς να είναι σίγουρος ότι μεταφράζοντας το παραπάνω απόσπασμα δεν χάθηκε κάτι από το νόημα; Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι πολλά.
«Traduttore, traditore» λένε οι Ιταλοί. Αυτό μεταφράζεται ως «Μεταφραστής, προδότης». Άτομα εκτός του κόσμου της μετάφρασης συχνά θεωρούν εσφαλμένα ότι για να μεταφράσεις ένα κείμενο χρειάζεται απλά, χρησιμοποιώντας ένα λεξικό, να βρεις τι σημαίνει η κάθε λέξη. Στην πραγματικότητα, όμως, η μετάφραση είναι κάτι πολύπλοκο. Χρειάζεται άπταιστη γνώση της γλώσσας τόσο του πρωτότυπου όσο και αυτής στην οποία γίνεται η μετάφραση, καθώς και καλή κατανόηση του γενικού πλαισίου στο οποίο γράφτηκε το κείμενο. Οι ιστορικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες που επικρατούν σε μια χώρα καθορίζουν τον τρόπο σκέψης κάθε λαού. Έτσι, δημιουργούνται διαφορετικές πολιτιστικές πραγματικότητες που πρέπει να κατανοηθούν ώστε η μετάφραση να είναι ακριβής. Μάλιστα, υπάρχουν κάποιες λέξεις μοναδικές για κάθε γλώσσα. Για παράδειγμα, η ιαπωνική λέξη 木漏れ日 (κο-μο-ρέ-μπι) αφορά το φως του ήλιου που περνά μέσα από τα φύλλα ενός δέντρου, ενώ η γερμανική λέξη sehnsucht σημαίνει επιθυμία για μια άλλη ζωή.
Η μετάφραση, λοιπόν, είναι η μεταφορά ενός μηνύματος, η επανεγγραφή του πρωτοτύπου. Όμως το να ξαναγράψεις κάτι αποτελεί και πάλι γραφή, και η γραφή αντανακλά πάντα την ιδεολογία και τις προκαταλήψεις του συγγραφέα. Άρα πιστή μετάφραση σημαίνει να ακούς τον άλλον και να προσπαθείς να παραβλέψεις τα πιστεύω σου, ώστε να καταλάβεις τι θέλει να πει.
Το έργο των μεταφραστών είναι εξαιρετικά υποτιμημένο. Τις περισσότερες φορές τα ονόματά τους δεν αναγράφονται καν στο εξώφυλλο ενός βιβλίου ή εμφανίζονται μόνο αφού έχει τελειώσει μια ταινία. Όμως, όπως έγραψε και η R. F. Kuang στο βιβλίο της, «Βαβέλ ή η αναγκαιότητα της βίας»: «Ο ποιητής είναι ελεύθερος να πει ό,τι θέλει. Έχει τη δυνατότητα επιλογής λέξεων, σειράς λέξεων, ήχων – όλα τους έχουν σημασία, και χωρίς κάποιο από αυτά τα πάντα καταρρέουν. Έτσι, ο μεταφραστής πρέπει να είναι μεταφραστής, κριτικός λογοτεχνίας και ποιητής ταυτόχρονα – πρέπει να διαβάσει το πρωτότυπο αρκετά καλά για να κατανοήσει τις ιδιοσυγκρασίες του, να μεταδώσει το νόημά του με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια και μετά να αναδιατάξει τη μετάφραση σε μια αισθητικά ευχάριστη δομή, που κατά την κρίση του, ταιριάζει με το πρωτότυπο. Ο ποιητής τρέχει απερίσπαστος στο λιβάδι. Ο μεταφραστής χορεύει με δεσμά». Οι μεταφραστές, λοιπόν, είναι και αυτοί καλλιτέχνες, απλά με διαφορετικό τρόπο.
Για όλους αυτούς τους λόγους, καμία μετάφραση δεν μπορεί να είναι «τέλεια», καθώς μετάφραση σημαίνει να ασκείς βία στο πρωτότυπο, σημαίνει να το παραμόρφωνεις για ξένα μάτια. Πρέπει, λοιπόν, να αναγνωρίσουμε ότι μια πράξη μετάφρασης αποτελεί πάντα μια πράξη προδοσίας, καθώς πολλές φορές θα χρειαστεί να διαλέξουμε ανάμεσα στη μεταφορά του νοήματος ή του συναισθήματος. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να αντιληφθεί και να περιγράψει τον κόσμο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Τέλεια κατανόηση απλά δεν υπάρχει, ακόμη και μεταξύ δύο ομιλητών της ίδιας γλώσσας. Γιατί, λοιπόν, επιχειρούμε το αδύνατο; Προσπαθούμε να ανακαλύψουμε ένα βασίλειο απόλυτου νοήματος; Επιχειρούμε με κάποιον τρόπο να βρούμε το νόημα που έχει χαθεί; Ή μήπως είναι μια απλή επιθυμία για σύνδεση, η αίσθηση ότι μας καταλαβαίνει ένας άλλος άνθρωπος;
Νομίζω ότι, κατά κάποιο τρόπο, όλοι προσπαθούμε συνεχώς να μεταφράσουμε τον εαυτό μας. Προσπαθούμε να δώσουμε ονόματα στις σκέψεις, στα συναισθήματα και στα όνειρα που μας κάνουν αυτό που είμαστε, με την ελπίδα ότι κάποιος άλλος μπορεί να τα καταλάβει, μόνο και μόνο για να αρκεστούμε στο τέλος με την πλησιέστερη προσέγγιση αυτής της κατανόησης. Γι’αυτό, λοιπόν, η μετάφραση αποτελεί μια τέχνη, αλλά και μια εγγενή πράξη προδοσίας.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης