Δημιουργική γραφή στην παραλογή «Του νεκρού αδελφού»

areti

Ιστορίες των μαθητών της Α Λυκείου, Σίσκου Γεωργίας και Τζημογιάννη Μιχαήλ

Πρώτη ιστορία, της μαθήτριας  της Α Λυκείου Σίσκου Γεωργίας

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Ζωή όμορφη και λαμπερή που μου δίνεις πνοή. Γιατί τιμώρησες την οικογένειά μου, γιατί με έκανες να τους χάσω; Είχα μάνα και εννιά αδελφούς που πάντα με πρόσεχαν. Όμως έχασα και τη μάνα και τους αδελφούς μου. Πλάι στη μάνα μου ήθελα να μείνω, σε αυτή που με μεγάλωσε με καημό και με μεράκι, με ιδρώτα και με δάκρυα, για να έχω ένα σπιτικό. Φυσικά και τα αδέλφια μου νοιάζονταν για μένα, αλλά ποτέ δεν περίμενα πως ο αδελφός μου ο Κωνσταντίνος θα έπραττε με τέτοιο τρόπο. Με έδωσε σε ξένους που με πήραν μακριά, χωρίς τη θέλησή μου.

Μήνες και χρόνια είχα να δω τα αδέλφια μου και τη μητέρα μου, τόσες αυγές και τόσα φεγγάρια. Βαθιά μέσα μου πίστευα πως θα έρθουν να με πάρουν πίσω στο μέρος όπου μεγάλωσα και η νοσταλγία μου ήταν φανερή.

Μια μέρα αποφάσισα να βγω έξω και να περπατήσω στο μονοπάτι που οδηγούσε σε ένα ποταμάκι για να κάνω μια ευχή. Έχω ακούσει αρκετές ιστορίες γι’ αυτό το ποταμάκι, αλλά δεν ήξερα αν ήταν αληθινές. Καθώς μάζευα λουλούδια στη διαδρομή, άκουσα ξαφνικά μια φωνή. Δεν μπορεί να είναι αυτός… Σίγουρα κάποια φαντασίωση θα είναι…

- Αδελφέ μου, μετά από τόσο καιρό, τι γυρεύεις εδώ;

- Αρετή μου, μικρή μου αδελφή, εσένα γύρευα σε όρη και σε βουνά για να σε βρω. Πρέπει να έρθεις μαζί μου.

Δεν ήξερα γιατί συμπεριφερόταν έτσι ο Κωνσταντίνος. Ήταν διαφορετικός. Πρώτα με έδωσε στους προξενητάδες και μετά έρχεται να με πάρει!

Η διαδρομή ήταν ακόμα πιο παράξενη, αφού καθώς διαβαίναμε στη στράτα, κάτι πουλάκια κελαηδούσαν και έλεγαν πράγματα που ούτε στους εφιάλτες μου θα μπορούσα να φανταστώ… Νεκροί να βρίσκονται μαζί με τους ζωντανούς;

Όμως αν το είχα προσέξει νωρίτερα, ο αδελφός μου όντως ήταν διαφορετικός. Δεν θέλω να το πιστέψω… ο αδελφός μου νεκρός;

Και όταν φτάσαμε στο σπίτι, αμέσως έτρεξα να βρω την μητέρα και να την αγκαλιάσω. Ποτέ δεν λαχτάρησε η καρδιά μου τόσο πολύ ένα πράγμα… –τη μητέρα μου!

Μόλις άνοιξε η μητέρα μου την πόρτα, τότε κατάλαβα ότι εδώ ήταν η θέση μου. Ποτέ δεν ένιωσα τόσο ζωντανή, όσο εκείνη τη στιγμή. Και ο θάνατός μου απέκτησε νόημα. Πέθανα ευτυχισμένη και είχα τον πολυτιμότερο άνθρωπο στο πλευρό μου… τη μητέρα μου .

Αφιερωμένο με αγάπη στη μητέρα μου, που πέρασε τα δεινά και τα δύσκολα και βγήκε για μία ακόμη φορά νικήτρια.

gabriel-pacheco-1973-mexican-surrealist-visionary-painter-1

 

Δεύτερη ιστορία, του μαθητή της Α Λυκείου Τζημογιάννη Μιχαήλ

Ήμασταν εννιά αδέρφια, ο μικρότερος από αυτά ήμουν εγώ, ο Κωνσταντής. Στο σύνολο οκτώ αγόρια και μια μονάκριβη αδερφή, η Αρετή, η οποία ήταν πολύ όμορφη και παινεμένη. Έρχονταν προξενιά από παντού και τη ζητούσαν να την πάρουν στα ξένα μακριά. Η μάνα όμως δεν συμφωνούσε, φοβόταν πολύ τα ξένα, μήπως πάθει κάτι, ποιος θα τη φέρει. Μια μέρα όμως κάθισα και της υποσχέθηκα βάζοντας μάρτυρες τον Ουρανό και τους Αγίους, πως αν τύχει μέρα δύσκολη, είτε θάνατος είτε αρρώστια εγώ να την φέρω πίσω. Τελικά πείστηκε και την παντρέψαμε την Αρετή στα ξένα. Όμως έπεσε θανατικός λοιμός και πεθάναμε και τα οκτώ αγόρια. Και βρέθηκε μόνη της η δύσμοιρή μου μάνα. Σε όλα τα μνήματα έκλαιγε και μοιρολογούσε, μα στο δικό μου κάθισε και είπε μια βαριά κατάρα. Μόλις η μάνα έδωσε τη βαριά κατάρα, η γη άνοιξε τα σωθικά της και εγώ βγήκα και ξεκίνησα το μακρινό ταξίδι, να εκπληρώσω τον όρκο στη μάνα μου, να πάω να βρω την αδερφή μου και να τη γυρίσω πίσω. Όταν έφτασα με είδε η αδερφή μου και με ρώτησε αν είμαι για καλό ή κακό. Δεν της είπα τίποτε, μόνο την κάθισα στο άλογο και ξεκινήσαμε να πάμε στη μάνα μας. Η Αρετή όμως παραξενεύτηκε για την εμφάνισή μου και μου έκανε συνέχεια ερωτήσεις σχετικές με την υγεία μου. Σε όλη τη διαδρομή δεν της είπα τίποτε, όταν φτάσαμε όμως της είπα τη μισή αλήθεια. Αφού την άφησα να φύγει, εγώ επέστρεψα εκεί που θα ’πρεπε να είμαι.

 Χωρίς τίτλο

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης