
Τίποτα χρυσό δεν μένει
(Συνειρμοί πάνω στο ποίημα του Robert Frost)
“Nature’s first green is gold
Her hardest hue to hold
Her early leaves a flower
But only so sn hour
Then leaf subsides to leaf
So eden sank to grief
So Dawn goes down today
Nothing gold can stay”
Της μαθήτριας της Γ Λυκείου, «Viola Vanda»
Οι άνθρωποι εκ γενετής δημιουργήθηκαν με σκοπό να αναπαράγουν συναισθήματα, είτε θετικά είτε αρνητικά, και καθημερινά επιδιώκουν να αποκατασταθούν από την ασχήμια που τους καταβάλει. Αναρωτιέμαι, υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος που κάποιος νιώθει κάτι που τον φθείρει; Και βοηθά πραγματικά να τα νιώσουμε όλα μέχρι τέλους; Να ξεσπάμε, για να ξεμείνουμε από θλίψη; Κάποιοι επιλέγουν να τα αγνοήσουν, να πουν ουσιαστικά ψέματα στον εαυτό τους για να γίνουν καλύτερα. Πολλές φορές οι καταστάσεις δεν διορθώνονται και αναγκαζόμαστε να ζήσουμε με αυτό το κάτι που μας βασανίζει για όλη μας τη ζωή, και ας έχουμε προσπαθήσει να απαλλαγούμε, να ζήσουμε ομορφότερα, ουτοπικά. Αλλά αυτό είναι ανέφικτο πολλές φορές, διότι δεν μπορούμε να ζήσουμε όσο παλεύουμε να επιβιώσουμε. Δεν μπορούμε να γελάσουμε όσο αγωνιούμε να μη κλάψουμε. Και ύστερα είναι η κοινωνική μας ζωή. Ίσως μας συμβεί κάτι πολύ κακό και σκοτεινό, αλλά, αλίμονο, πρέπει να είμαστε καλά για τους άλλους, αναγκαζόμαστε να προσποιηθούμε μια εξωπραγματική εφορία εκεί που μόνο γαλήνη δεν υπάρχει. Καλημέρα πώς είστε; Τι όμορφη μέρα! Τι καλά! θέλεις να βγούμε μια βόλτα στη φύση; Τι υπέροχη που είναι η ζωή!
Γιατί; Γιατί να είμαι έτσι; Πώς να ανταποκριθώ στις υποχρεώσεις μου εφόσον δεν έχω καν την ικανότητα να σηκωθώ από το κρεβάτι. Καμιά φορά, ειδικά τα πρωινά, νιώθω σαν εκείνο το σκαθάρι που περιγράφει ο Κάφκα. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα· στέκομαι ανάσκελα κοιτώντας το ταβάνι —όχι ότι το παρατηρώ— και προσπαθώ να βρω κάποιο νόημα, έναν λόγο να με παρακινήσει να σηκωθώ ξανά. Και τότε αντί να βρω αυτό το κάτι, θυμάμαι τα λάθη, αναδρομώ τη ζωή μου από το πρώτο λάθος, μέχρι το πιο πρόσφατο, από το χειρότερο, που ίσως να είναι η αιτία της κατεδάφισης, ο συνδετικός κρίκος της ψυχικής αρμονίας μου, μέχρι το πιο μικρό που δεν με επηρέασε ιδιαίτερα. Αλλά αυτό το χειρότερο, αυτό το ένα, και πώς θα ζήσω με αυτό; Και πώς θα ζήσουμε όλοι με τα λάθη μας; …έδιωξα όλους τους ανθρώπους… και αυτούς που έμειναν, τι να τους κάνω; Και να πεις πως τους νιώθω κοντά; Όχι, ούτε κατά διάνοια. Αισθάνομαι ολομόναχη μες στον κόσμο, σε ένα δωμάτιο που έχει φασαρία, έχω κλειδωθεί στη γωνία της σιωπής, και η μοναδική μου σκέψη, είσαι εσύ. Πως έφυγες… πως φταίω εγώ για αυτό, πως για όλα φταίω εγώ, εγώ και το λάθος μου. Ξέρω πως δεν υπάρχει γυρισμός, αλλά αυτό το μυαλό μου δεν μπορεί να το πει ακόμα στην καρδιά μου, γι’ αυτό αυτή, ψάχνει ακόμα έναν δρόμο να γυρίσει πίσω, και χάνεται ξανά και ξανά. Δεν ξέρει πώς θα πάει, αλλά ξέρει τον προορισμό. Και σιγά σιγά, οδηγείται στην απόλυτη τρέλα, στο χάος… Στη διαδρομή θα σου μαζέψω λουλούδια, και μακάρι να σε βρω προτού μαραθούν. Θα σου πω την ιστορία μου και το είδα μέχρι να φτάσω. Μόνο σε παρακαλώ κρύψου καλά. Γιατί κατά βάθος, δεν θέλω να με δεις ξανά μπροστά σου, θέλω μόνο να σε προστατέψω από μένα, και τα λάθη μου. Άλλαξε λοιπόν την κατεύθυνση σου. Πήγαινε αντίθετα από μένα. Γιατί ξέρω, πως μόνος θα βρεις να κόψεις πιο όμορφα λουλούδια, τα δικά μου είναι κατεστραμμένα, άσχημα, και δεν μύριζαν ποτέ παράδεισο, δεν ήταν ποτέ αρκετά χρωματιστά για σένα, όχι όσο αξίζεις. Και ίσως το να με θυμάσαι που και που, δεν σου κάνει καλό. Ξέχασε καλύτερα, άσε πίσω σου όλους εκείνους τους ανθισμένους κήπους, στο διάβα σου, κοίταξε να ποδοπατάς τις ορχιδέες που με θυμίζουν, άσε πίσω εμένα και ό,τι κακό συνεπάγεται με το πρόσωπο μου. Εγώ όμως, δεν θα σε ξεχάσω ποτέ, θα μείνω μόνη στο παρελθόν μου, και θα προσπαθώ να σώσω κάτι που δεν σώζεται. Διότι στην τελική, τίποτα χρυσό δε μένει, όπως είπε και ο Ρόμπερτ Φροστ. Ή όπως είπε ο Γουίτμαν, μάζεψε τα τριαντάφυλλα όσο προλαβαίνεις. Μα τι ξέρουν αυτοί, σαν και εμένα ήταν, ή έτσι θέλω να πιστεύω.
“Gather ye rosebuds while ye may”
-Walt Whitman
Επιμέλεια: Γεωργία Αλβανίδου
