Συνέντευξη της Γεωργίας – Άννας Μητροπούλου
Η επιλογή ενός επαγγέλματος λένε πως καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη ζωή ενός ανθρώπου. Για μένα, όμως, η συζήτηση που ακολουθεί δεν αφορά απλώς μια επαγγελματική διαδρομή· αφορά τη δική μου γιαγιά. Μεγάλωσα ακούγοντας ιστορίες από τα δικαστήρια, βλέποντας βιβλία νομικής στη βιβλιοθήκη της και νιώθοντας περηφάνια για τη δύναμη και το ήθος της. Μέσα από αυτή τη συνέντευξη θέλησα να τη γνωρίσω όχι μόνο ως γιαγιά, αλλά και ως δικηγόρο — ως μια γυναίκα που άνοιξε τον δρόμο της σε μια εποχή διαφορετική από τη σημερινή.
Πώς αποφάσισες να γίνεις δικηγόρος; Υπήρξε κάτι που σε ενέπνευσε, όταν ήσουν νέα;
Ναι, υπήρξε. Όταν βρισκόμουν στη Γ΄ Γυμνασίου, είχε έρθει στο σπίτι μια ξαδέλφη μου, η οποία ήταν ήδη φοιτήτρια της Νομικής. Τότε πήρα στα χέρια μου ένα βιβλίο για να διαβάσω. Ήταν το Κληρονομικό Δίκαιο και με ενέπνευσε πολύ. Ενθουσιάστηκα και αποφάσισα ότι θα ήθελα να σπουδάσω νομικά.
Ποιες δεξιότητες ή χαρακτηριστικά θεωρείς ότι διαμορφώνουν έναν «καλό» δικηγόρο;
Το επάγγελμα του δικηγόρου απαιτεί ευστροφία, αφοσίωση, καθημερινή μελέτη, υπομονή, κοινωνικότητα, άπειρη κατανόηση και αρκετή διπλωματία, ώστε να μπορεί κανείς να αντεπεξέλθει στις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης.
Ποιο ήταν το πιο όμορφο μέρος της δουλειάς σου και τι θεωρούσες πιο δύσκολο;
Όταν ο πελάτης ερχόταν στο γραφείο και αφηγούνταν την υπόθεσή του, ήταν πράγματι πολύ ενδιαφέρον. Εντυπωσιαζόμουν από την ποικιλία των θεμάτων που κάθε άτομο ή οικογένεια αντιμετώπιζε. Από την άλλη πλευρά, το δυσκολότερο ήταν να στέκεσαι μπροστά στην έδρα των δικαστών και να αγωνιάς για την υπεράσπιση του πελάτη σου, μέχρι να εκδοθεί η οριστική απόφαση.
Υπάρχει κάποια υπόθεση ή εμπειρία που σου έχει μείνει πραγματικά αξέχαστη;
Αυτό που μου έχει μείνει αξέχαστο και το θυμάμαι ακόμη γελώντας είναι το εξής: κάποια φορά είχα συμβουλεύσει έναν μάρτυρα έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου για το πώς να απαντήσει στις ερωτήσεις που θα του έκανα. Όταν τελείωσε η κατάθεσή του, στράφηκε προς το μέρος μου, μέσα στην αίθουσα, και μου είπε: «Τα είπα καλά, κυρία δικηγόρε;». Εκείνη τη στιγμή ντράπηκα — ήμουν και νέα δικηγόρος τότε — όμως γέλασε όλο το ακροατήριο, ακόμη και η δικαστής.
Το να είσαι γυναίκα δικηγόρος εκείνη την εποχή δεν ήταν διαδεδομένο. Πώς φάνηκε αυτή η επιλογή σου στους γονείς σου;
Το αντιμετώπισαν με υπερηφάνεια, γιατί ειδικά στον τόπο μας οι γυναίκες δικηγόροι ήταν μετρημένες. Στην οικογένειά μας υπήρχε σεβασμός προς την επιστήμη, το βιβλίο και την καλλιέργεια του νου. Το δέχθηκαν θετικά και με στήριξαν σε όλα.
Πώς έχει αλλάξει ο κόσμος της δικηγορίας από τότε μέχρι σήμερα;
Έχει αλλάξει σημαντικά. Υπάρχει περισσότερο άγχος, χαμηλότερες αμοιβές και ίσως εκμετάλλευση των νέων δικηγόρων. Το γενικότερο οικονομικό κλίμα της χώρας δεν βοηθά. Ωστόσο, σήμερα υπάρχουν αρκετές διευκολύνσεις χάρη στην τεχνολογία. Οι δικηγόροι μπορούν, για παράδειγμα, να δουν το πινάκιο και τη σειρά της υπόθεσής τους μέσω ειδικών πλατφορμών, καθώς και να έχουν πρόσβαση στον φάκελο της υπόθεσης.
Όσον αφορά στην εμφάνιση, παλαιότερα οι γυναίκες δικηγόροι έπρεπε να φορούν ταγέρ και οι άνδρες γραβάτα και κοστούμι. Σήμερα αυτό δεν ισχύει, γεγονός που δίνει μεγαλύτερη άνεση στους νέους δικηγόρους να εστιάζουν στην ουσία της επιστήμης τους και λιγότερο στα στερεότυπα της εμφάνισης — χωρίς, βέβαια, να σημαίνει ότι επιτρέπεται μια εντελώς πρόχειρη παρουσία στο δικαστήριο.
Αν ένα από τα εγγόνια σου ήθελε να γίνει δικηγόρος, τι θα το συμβούλευες;
Δεν θα ήθελα να ακολουθήσουν αυτό το επάγγελμα. Είναι φθορά, απαιτεί 12ωρη εγρήγορση και συνεχή ενημέρωση. Ειδικά για τα κορίτσια, που κάποια στιγμή γίνονται μητέρες, είναι δύσκολο να συνδυάσουν τις απαιτήσεις της μητρότητας με εκείνες του ελεύθερου επαγγέλματος της δικηγορίας. Αν όμως έχουν το κουράγιο και τη δύναμη, πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα επιστήμη που διευρύνει τον νου και προσφέρει πολλές και ποικίλες εμπειρίες, αρκεί να γνωρίζουν να θέτουν τα σωστά όρια.
Κοιτάζοντας πίσω στην καριέρα σου, τι σε κάνει πιο περήφανη;
Το γεγονός ότι δεν έχασα καμία υπόθεση, δεν αδίκησα κανέναν και υπερασπίστηκα, με όλες μου τις δυνάμεις, τους πελάτες μου. Άλλωστε, αυτό είναι και το κύριο μέλημα κάθε δικηγόρου και κάθε νομικού: να υπηρετεί το Δίκαιο.
Κλείνοντας αυτή τη συζήτηση, δεν μπορώ παρά να νιώσω ακόμη μεγαλύτερη εκτίμηση για τη γιαγιά μου. Πίσω από τη στοργική μορφή που γνώριζα πάντα, ανακάλυψα ξανά μια δυναμική γυναίκα με αρχές, πειθαρχία και βαθιά αίσθηση δικαιοσύνης. Η διαδρομή της δεν είναι μόνο ένα κομμάτι της νομικής ιστορίας του τόπου μας, αλλά και ένα κομμάτι της δικής μου ταυτότητας. Και ίσως αυτό είναι το πιο όμορφο κέρδος αυτής της συνέντευξης: ότι με έκανε να τη θαυμάσω όχι μόνο ως γιαγιά, αλλά και ως άνθρωπο που υπηρέτησε με συνέπεια το Δίκαιο.
