«Ένας θαλασσινός θησαυρός» – Υπαπαντή Καλοδούκα

Ριζοπούλου Παϊσία Θαλασσινός θησαυρός

Η εικονογράφηση είναι της Παϊσίας Ριζοπούλου, μαθήτριας της Β΄ Γυμνασίου

Μια φορά και έναν καιρό σε ένα μικρό νησί, την Σύμη ήταν δύο φίλοι ο Πανορμίτης και ο Δημοσθένης. Μία μέρα οι δύο φίλοι είχαν πάει μία βόλτα και μιλούσαν για πολλά πράγματα – τους άρεσαν τα καράβια και το ψάρεμα – το πάθος τους όμως ήταν η κατάδυση.

Μετά τις εξετάσεις, όταν τα σχολεία είχαν τελειώσει, ο Δημοσθένης βρήκε τον Πανορμίτη στον δρόμο και του φώναξε:

Δημοσθένης: -Πανορμίτη! Τι ώρα θα πάμε βόλτα σήμερα;

Πανορμίτης: -Τι ώρα θες;

Δημοσθένης: -Θέλεις να πάμε στις έξι το απόγευμα;

Πανορμίτης: -Εντάξει!

Τα δύο παιδιά κατά την διάρκεια της βόλτας θυμήθηκαν πως την επόμενη μέρα είχαν κανονίσει να πάνε για κατάδυση. Για αυτό ο Πανορμίτης προσκάλεσε τον φίλο του να κοιμηθούν και οι δύο στο σπίτι του έτσι ώστε να ετοιμαστούν και να πάνε μαζί στο λιμάνι.

Το επόμενο πρωί και οι δύο ήταν ενθουσιασμένοι. Βρήκαν το κατάλληλο μέρος, ετοιμάστηκαν και βούτηξαν. Κατευθυνθήκαν προς τα βάθη της θάλασσας γύρω από το Σεσκλί. Είδαν πολλά πράγματα, όμως κάτι που τους μάγεψε ήταν τα ναυάγια που κανένας δεν είχε δει και μιλήσει.

Βγήκαν έξω ανέβηκαν στο τρεχαντήρι και χάθηκαν στα γαλανά νερά του Αιγαίου. Δεν μπορούσαν να σκεφτούν κάτι άλλο. Ρώτησαν την γιαγιά του Πανορμίτη και τους είπε:

- Παιδιά μου, η θάλασσα κρύβει πάντα κάτι που θα σε μαγέψει. Οπότε ότι και να είδατε εκεί κάτω μην ξεγελιέστε. Παρόλα αυτά δεν ξέρω τίποτα για αυτό. Αν και μπορεί να είναι ένας παλιός μύθος.

Μια φράση που τους έμεινε στο μυαλό ήταν «Τα φαινόμενα απατούν». Επίσης ρώτησαν τον Μάκη, τον ψαρά. Αυτός είχε βρει περίπου στο ίδιο σημείο ένα πολύ παλιό νόμισμα. Εκείνη τη στιγμή δεν είχαν καταλάβει πως κάποιος άλλος τους παρακολουθούσε. Ήταν ο άπληστος έμπορος του νησιού και σκέφτηκε πως αν έβρισκε το μέρος αυτό τότε τα πλούτη του θα διπλασιάζονταν. Έτσι, έγινε η σκιά των δύο αγοριών. Πρόσεχε κάθε κίνηση τους. Τα παιδιά μετά από λίγες μέρες το κατάλαβαν επειδή τον είδαν να τους παρακολουθεί. Κατευθείαν έδρασαν και προσπαθούσαν να τον αποπροσανατολίσουν.

Μία μέρα τα παιδιά μιλούσαν για το μέρος που τα βρήκαν, την κατεύθυνση και τι χρειάστηκαν. Την ίδια μέρα τα παιδιά όταν ψάρευαν είδαν τον άνθρωπο αυτό να πηγαίνει σε εκείνο το μέρος. Έπιασαν γρήγορα την βάρκα τους και τον ακολούθησαν με την κάλυψη πως ψάρευαν. Μετά από λίγη ώρα έφυγαν διότι υπήρχε ο κίνδυνος να τους έβλεπε. Ωστόσο, δεν σταμάτησαν την αναζήτησή τους. Την τελευταία μέρα της περιπέτειάς τους έβαλαν τα δυνατά τους να βρουν τον θησαυρό. Περνώντας από το ίδιο εκείνο μέρος βρήκαν τον έμπορο να προσπαθεί να τον ανακαλύψει. Παρόλα αυτά, τα δυο παιδιά έφυγαν ήρεμα από αυτό το μέρος διότι εκείνη την ημέρα που μιλούσαν για την τοποθεσία είχαν πει ψέματα και τον ξεγέλασαν. Ο πονηρός έμπορος, λοιπόν, έψαχνε σε λάθος μέρος! Έτσι αυτοί πήγαν και εξερεύνησαν τον βυθό στο σημείο που έπρεπε. Αντί όμως να βρουν αυτό που περιμένανε, βρήκαν κάτι γρανάζια και εξαρτήματα. Χωρίς να το σκεφτούν τα έπιασαν και ανέβασαν στην επιφάνεια. Στη συνέχεια τα έδωσαν στο μουσείο. Αργότερα αποδείχτηκε πως ήταν ένας αρχαίος υπολογιστής! ένα ιστορικό κειμήλιο και μια απόδειξη της εξυπνάδας των Ελλήνων. Ο έμπορος δεν ξανά μίλησε ποτέ για αυτό το πάθημά του. Τα παιδιά, από την άλλη, ανταμείφθηκαν με τον καλύτερο τρόπο: συνέβαλαν στην ανακάλυψη ενός ανεκτίμητης πολιτισμικής και ιστορικής αξίας θησαυρού.

Η Υπαπαντή Καλοδούκα είναι μαθήτρια της Β΄ Γυμνασίου

Η εικονογράφηση είναι της Παϊσίας Ριζοπούλου, μαθήτριας της Β΄ Γυμνασίου

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης