
Τη θυμάμαι τη θάλασσα
Κοιτούσες μια γραμμή μακρινή·
νόμιζες θα φτάσεις.
Χανόσουν στα κύματά της
με οδηγό τη νύχτα, το αστέρι·
νόμιζες το ακολουθούσες.
Είδες την άβυσσο και τρόμαξες·
κι εκείνος, όμως, τη θάρρησε για ψέμα.
Τα μάτια σου ζούνε μια θάλασσα,
Τα μάτια του, την ίδια
Το ίδιο δέντρο αντικρίζετε,
μα μόνο εσύ βλέπεις στεριά.
Κύμα μεγάλο πέρασες·
εκείνος πνίγηκε μέσα του.
Μέσα σε κάμαρες κλειστές
ψάχνει την πόρτα.
Αφού την βλέπεις, γιατί δε μιλάς;
Μοιάζει να λες το σωστό,
μα κι εκείνος δεν είναι λάθος.
Στα μάτια του υπάρχει κάτι πιο βαθύ,
που από τους άλλους λείπει
Αφού το είδες, γιατί δε μιλάς;
Η θάλασσα σου μοιάζει, η αλήθεια·
μα κι εκείνος στην ίδια θάλασσα κοιτά.
Οι θάλασσες, καθώς λένε, είναι επτά·
τα μάτια μας ζούνε μόνο μια.
