ΣΩΣΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

της Βικτώριας Τζαννέτου

Με αφορμή την ανάγνωση του κειμένου «Το άγαλμα που κρύωνε», θα ήθελα να διατυπώσω μερικές σκέψεις και συναισθήματα που μου προκάλεσε, όσον αφορά την προσφυγιά στην τρυφερή παιδική ηλικία. Πιο συγκεκριμένα, το κείμενο αφηγείται την ιστορία ενός μικρού αγάλματος, προσφυγόπουλου από τη Μικρά Ασία, που στέκεται ακίνητο με μια κάπα και ένα σκυλάκι. Το κείμενο εστιάζει στην αφήγηση, την περίληψη, τη συγκίνηση, τον συμβολισμό της προσφυγιάς, και τα συναισθήματα που προκαλεί η τέχνη.

ΠΡΟΣΦΥΓΟΠΟΥΛΟ.jpg  Ο ξεριζωμός από την πατρίδα και η εγκατάσταση σε έναν άγνωστο και τελείως ξένο τόπο, αποτελεί ένα σκληρό και     ίσως απάνθρωπο γεγονός για όλους τους ανθρώπους, κυρίως, όμως, για τα παιδιά, που αντιμετωπίζουν τον κόσμο με   διαφορετική οπτική. Στην πατρίδα πάτησαν το πόδι τους για πρώτη φορά, εκεί είδαν τον καταγάλανο ουρανό για   πρώτη φορά, εκεί τους χαμογέλασε ο ήλιος και τους έδειξε την αισιόδοξη πλευρά της ζωής, γεμίζοντάς τους με ελπίδες   και όνειρα. Όλα εκεί, στην πατρίδα! Όλα αυτά περνούν διάχυτα στο μυαλό αυτών των παιδιών και αποτελούν   αξέχαστες αναμνήσεις.

Η απομόνωση του μικρού αγοριού μέσα σ΄ ένα ψυχρό και σκοτεινό δωμάτιο συμβάλλει σημαντικά στη πρόκληση όλων των αρνητικών συναισθημάτων που καταλαμβάνουν την καρδιά του. Κρύο μπάζει από παντού. Ο ξένος, αλλά ταυτόχρονα παγωμένος τόπος που φιλοξενείται, είναι ο λόγος που νιώθει μοναξιά. Όλοι πιστεύουν ότι είναι ένα άψυχο και άκαρδο άγαλμα, ένα θέαμα, με αποτέλεσμα να το παρατηρούνε απλώς με το ίδιο το αγόρι να μην μπορεί να τους μιλήσει. Οι μεγάλοι δε θα τον καταλάβουν. Οι σκέψεις αυτές τον πληγώνουν κατάστηθα. Ζούσε μια ατέλειωτη ζωή. Οι ακτίνες του ήλιου δεν ξεπρόβαλαν από πουθενά. Απελπισία και ξανά απελπισία. Όταν τίποτα σε αυτή τη ζωή δεν είναι όπως το επιθυμεί, παύει να κάνει και όνειρα, καθώς η απογοήτευση που αισθάνεται από τα βάσανα της ζωής έρχεται και σκεπάζει την επιθυμία για το όνειρο. Συνεπώς, βουλιάζει στη βαθιά απόγνωση. Αναρωτιέται τι πρέπει να κάνει για να σωθεί από τους εφιάλτες. Τι πρέπει να κάνει για να ονειρευτεί ξανά. Η πληγή του ξεριζωμού δεν μπορούσε να θεραπευτεί. Η μελαγχολία κυριαρχούσε καθημερινά στα συναισθήματά του. Η πατρίδα του του έλειπε και αυτό δεν μπορούσε να αλλάξει. Αφότου όλα του τα όνειρα γκρεμίστηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη και η κάθε ελπίδα του εξανεμίστηκε, μυαλό και καρδιά αφέθηκαν στη δυστυχία. Κάτι παραπάνω από στενοχώρια. Κάτι παραπάνω από λύπη. Δυστυχία είναι ένα συναίσθημα που κρύβει πολλές εκδοχές για έναν άνθρωπο, ιδιαίτερα για ένα παιδί που με την αγνή του ψυχή είναι αρκετά σπάνιο να το νιώθει. Ως αποτέλεσμα της απώλειας της παιδικής του αθωότητας , το μόνο που νιώθει πλέον είναι μίσος, αλλά και νοσταλγία. Μίσος που συσσωρεύτηκε μέσα του, εξαιτίας της σκληρότητας των ανθρώπων. Είναι παιδί, είναι άνθρωπος, έχει ψυχή, έχει δικαιώματα, που όμως όλα αυτά κατεδαφίζονται καθημερινά από τον κόσμο γύρω του. Πάντα, όμως, θα νοσταλγεί τους φιλικούς και καλόκαρδους ανθρώπους της πατρίδας του. Αυτοί ήταν οι μόνοι άνθρωποι που οι φωνές τους σκέπαζαν σαν μια όμορφη μελωδία τα αυτιά του. Ήταν αυτοί που άφησαν τα λευκά τους περιστέρια να ακολουθήσουν το μικρό προσφυγάκι, ώστε οι στιγμές και οι αναμνήσεις του, να είναι πάντα σύντροφος στη ζωή του.

‘Ωσπου μια νύχτα το φεγγάρι μετατράπηκε σε ήλιο και οι ακτίνες του σκέπαζαν με εκθαμβωτική λάμψη το δωμάτιό του. Ένα μικρό αγόρι, συνομήλικο μ’ αυτόν εμφανίστηκε. Απ΄τη μια στιγμή στην άλλη όλα άλλαξαν μέσα του. Η ξαφνική αυτή κίνηση του Λάμπη, του γιου του νυχτοφύλακα δημιούργησε μεγάλη έκπληξη στο προσφυγάκι. Επιτέλους, ένα μικρό παιδί, ένα μικρό παιδί που θα τον καταλάβει, θα τον συμπονέσει. Στη σκέψη όλων αυτών ξεπροβάλλει η χαρά, απέραντη χαρά, καθώς έχει τη μεγάλη ευκαιρία να παίξει μαζί του και να θυμηθεί την παλιά, παιδική του ηλικία, που τόσο απάνθρωπα του στέρησαν. Την αγνότητα και αθωότητά του. Την αγάπη και ευτυχία που ένιωθε. Όλα αυτά τα βρήκε μέσα σε μια στιγμή, σε ένα βράδυ. Εκστασιασμένος όπως ήταν και βυθισμένος για τα καλά στον ενθουσιασμό, εξιστορεί τα βάσανα που πέρασε στον Λάμπη. Ένας κόμπος ξελύθηκε, καθώς η επιθυμία του να μιλήσει σε κάποιον πραγματοποιήθηκε. Η ανακούφιση που ένιωσε το προσφυγάκι σκέπασε εντελώς την αγωνία. Του ανοίχτηκε ένας νέος ορίζοντας. Η αγάπη που ένιωσε το προσφυγάκι για τον Λάμπη, αποτυπώνει την έντονη επιθυμία του για έναν νέο φίλο. Ένα νέο μονοπάτι ανοίχτηκε για το μικρό αγόρι, χάρη σε αυτόν, καθώς ο Λάμπης ξεχώρισε στην καρδιά του και εξασφάλισε μια θέση εκεί. Τον έκανε να θυμηθεί πώς είναι να ζει και να χαίρεται την παιδική του ηλικία.

Συμπερασματικά, το μικρό άγαλμα συμβολίζει ένα οποιοδήποτε παιδί του πολέμου. Τα συναισθήματά του και η παιδική ψυχή του θυσιάζονται στον βωμό του μίσους και της έχθρας. Οι πόλεμοι θα συνεχίζουν να γίνονται, γιατί είναι ένας φαύλος κύκλος. Τα παιδιά γίνονται ενήλικες, γαλουχημένοι από σκληρούς ανθρώπους, και κατά αυτόν τον τρόπο, όντας κι αυτοί απάνθρωποι πλέον, θα μεγαλώσουν τους επόμενους άγριους ανθρώπους. Αυτός ο κόσμος είναι τόσο σκληρός που δεν χωράει τα παιδιά μέσα του. Γιατί τα παιδιά είναι αληθινά και η αλήθεια εξαλείφεται στην ψευτιά του. Γι’ αυτό οι άνθρωποι στοχεύουν στο να βρωμίζουν τις ψυχές των παιδιών, ώστε να μην κοιτάνε τους εαυτούς τους στον καθρέφτη των ματιών τους και απογοητεύονται με την αθλιότητά τους.

«Ό,τι δεν πάρει κάποιος σαν παιδί, σπάνια μπορεί να το δώσει σαν ενήλικας.»  P. D. James

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης