Η συγγραφέας επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία της Λούνα αξιοποιώντας μία πολύ συγκεκριμένη τεχνική για τις διηγήσεις της και τον τρόπο που αντλεί τις διάφορες ιστορικές πληροφορίες. Όπως υποδεικνύει και ο ίδιος ο τίτλος, η συγγραφέας εστιάζει κυρίως στην εξιστόρηση της ζωής της Λούνας, μιας άσημης, Εβραίας γυναίκας, η οποία κατοικούσε στη Θεσσαλονίκη και συγκαταλέγεται στους “αφανείς” της ιστορίας. Η ιστορία της Λούνας έχει γραφτεί μέσω “εντοπισμού των ιχνών της” με τη βοήθεια ιστορικών πηγών, αρχείων, τεκμηρίων και προσωπικών μαρτυριών ατόμων που σε διάφορες περιόδους έτυχε να βρεθούν κοντά στη Λούνα ή να βιώσουν όσα και η ίδια βίωσε. Έτσι, σε ορισμένα τμήματα της αφήγησης δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στις σκέψεις της Λούνας και στην κατάστασή της, ενώ σε άλλα τμήματα η όψη της ιστορίας που φωτίζεται είναι πιο γενικευμένη και τα γεγονότα παρουσιάζονται μέσα από ένα πιο ευρύ φάσμα.
Η εστίαση της ιστορίας, λοιπόν, εναλλάσσεται από τη γενική εικόνα του εκτοπισμού και των βασανιστηρίων των Εβραίων στην ειδική της Λούνας αποκαλύπτοντας αφενός ιστορικά γεγονότα με τρόπο απρόσωπο και με στατιστικά στοιχεία και αφετέρου παρέχοντας μια πιο δυνατή και συναισθηματική εικόνα με λογοτεχνικά στοιχεία διαμέσου των βιωμάτων της Λούνας. Επιπλέον, παρατηρείται ότι σε ορισμένα σημεία η συγγραφέας πραγματοποιεί δικές της εικασίες για την πορεία ή την τύχη της Λούνας ή ακόμη και για το πώς ενδέχεται να νιώθει και τι είδους σκέψεις θα μπορούσαν να περνούν από το μυαλό της μια συγκεκριμένη στιγμή. Κατά τη μέθοδο αυτή η συγγραφέας πετυχαίνει να εντάξει όλα τα γεγονότα που πρέπει να γνωρίζει κανείς ώστε να κατανοήσει την πλευρά της ιστορίας που προβάλλεται, ενώ παράλληλα με το να προσανατολίζεται με γνώμονα τη ζωή της Λούνας πετυχαίνει και το κομμάτι της ευαισθητοποίησης, της συμπόνιας απέναντι στη κεντρική ηρωίδα.
Η Λούνα, λοιπόν, κατοικεί σε εβραϊκή συνοικία της Θεσσαλονίκης και είναι μέλος μιας κοινότητας Εβραίων με αρκετά ζωντανή παρουσία στην πόλη. Ωστόσο, με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η Λούνα, ούσα Εβραία, αρχίζει να υφίσταται πολλές διακρίσεις, ενώ εν τέλει απομακρύνεται με τη βία από τη Θεσσαλονίκη μαζί με άλλους Εβραίους κατόπιν διαταγής των Ναζί. Μεταφέρεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου χάνει τον άντρα της και πέφτει θύμα της απάνθρωπης μεταχείρισης των Γερμανών. Εκεί πέρα, εισάγεται στο Μπλοκ 10 μαζί με άλλες Εβραίες γυναίκες, όπου γιατροί διενεργούσαν στις κρατούμενες πειράματα προκειμένου να καταφέρουν να τις στειρώσουν. Τα συγκεκριμένα πειράματα, όπως αναφέρεται, είχαν ολέθριες επιπτώσεις στην υγεία των γυναικών και προκαλούσαν μόνιμες βλάβες. Σε αυτό το σημείο, οι εικόνες που περιλαμβάνει η αφήγηση είναι σίγουρα πάρα πολύ έντονες και αποκαλύπτουν παραστατικά αυτήν τη σκοτεινή πτυχή της ιστορίας. Η Λούνα, μολονότι επέζησε από την ταλαιπωρία στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, επιστρέφει και ταλαιπωρείται εκ νέου σε μια Θεσσαλονίκη, όπου πλέον δεν υπάρχει στην ουσία χώρος για το Εβραϊκό στοιχείο, καθώς έχουν κατεδαφιστεί οι πρώην εβραϊκές συνοικίες και οι ίδιοι οι Εβραίοι αντιμετωπίζονται με καχυποψία. Η Λούνα, μαζί και οι υπόλοιποι Εβραίοι, προσπαθούν με ό,τι μέσο τους έχει απομείνει να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους, χωρίς να αφήσουν το τραύμα του πολέμου να τους στιγματίσει και να τους καταβάλει. Έτσι, συνολικά, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται σε μεγαλύτερο βαθμό το πόσο βαθιά είναι τα τραύματα των Εβραίων της περιόδου, χάρη στις μαρτυρίες και τα ιστορικά στοιχεία διαφόρων μορφών που έχουν ενταχθεί στο βιβλίο.
