Η Αθηνά Μανατάκη γράφει για το έργο του Ταρίκ Αλί «Στον ίσκιο της ροδιάς»

ΧΡΟΝΟΣ-ΧΩΡΟΣ-ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΗΡΩΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΔΕΣΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΜΕ ΦΥΛΕΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΜΙΣΗ

Τα γεγονότα του μυθιστορήματος διαδραματίζονται σε μια περίοδο που τοποθετείται περίπου στα τέλη του 15ου με αρχές του 16ου αιώνα ενώ ο τόπος όπου εκτυλίσσονται τα δρώμενα είναι η περιφέρεια της Ανδαλουσίας στην Ισπανία, στην οποία οι μουσουλμάνοι αναφέρονται με την ονομασία Αλ-Άνδαλους. Στο μυθιστόρημα αναφέρεται αρκετές φορές η πτώση της Γρανάδας, ή πτώση της Γκαρνάτα όπως αποκαλούνταν από τους Μαυριτανούς που κατοικούσαν στην Ανδαλουσία. Πρόκειται για σημαντικό ιστορικό γεγονός που συνέβη το 1492 που σηματοδότησε τη λήξη της αραβικής κυριαρχίας στα ισπανικά εδάφη η οποία είχε διάρκεια 780 περίπου χρόνων. Ωστόσο, οι χριστιανοί κατακτητές δεν αρκέστηκαν μονάχα στην εδαφική τους κυριαρχία και επέκταση αλλά κήρυξαν και ιερό πόλεμο κατά των Μαυριτανών της περιοχής, οι οποίοι ήταν μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα. Απώτερος σκοπός των χριστιανικών στρατευμάτων και των χριστιανών ηγεμόνων ήταν είτε να πείσουν τους μουσουλμάνους να αλλαξοπιστήσουν είτε να τους εκτοπίσουν από τα ισπανικά εδάφη, στην περίπτωση που δε θα δέχονταν να ασπαστούν τον χριστιανισμό. Τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στις διηγήσεις είναι τα διάφορα μέλη μιας ευκατάστατης μουσουλμανικής οικογένειας Μαυριτανών εκ των οποίων ένα μέλος, ο Μιγκουέλ, έχει αλλαξοπιστήσει και έχει καταλάβει το αξίωμα του επισκόπου για λόγους προστασίας, γεγονός που αντιμετωπίζεται με έντονη αποδοκιμασία από τους υπόλοιπους του γένους του, μολονότι ο ίδιος έχει προσπαθήσει να δικαιολογήσει αυτή του την ενέργεια. Επιπλέον, συχνά αναφέρονται ή και έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο χριστιανοί με υψηλά αξιώματα οι οποίοι εκδηλώνουν το έντονο μίσος τους απέναντι στους Μαυριτανούς και πολλές φορές καθορίζουν και τη μοίρα τους. Ορισμένοι από αυτούς είναι ο Θισνέρος, η βασίλισσα Ισαβέλλα, ο δον Ινίγκο κ.ά. Οι δύο αντίπαλες πλευρές, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, αντιμετωπίζουν η μία την άλλη με έντονο μίσος, έχθρα και βαθιά καχυποψία. Αυτή η στάση δηλώνεται ξεκάθαρα μέσα από ποικίλα γεγονότα που παρουσιάζονται στο μυθιστόρημα. Για παράδειγμα, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο Μιγκουέλ από την οικογένειά του δείχνει ότι η θρησκεία και ο θρησκευτικός φανατισμός έχει τέτοια βαρύτητα στη ζωή των ηρώων που είναι διατεθειμένοι να παραμερίσουν και να κακολογήσουν ακόμα και στενούς συγγενείς τους λόγω των θρησκευτικών τους αντιλήψεων. Στη συγκεκριμένη, μάλιστα, περίπτωση ο Μιγκουέλ δεν ασπάστηκε ποτέ πλήρως τον χριστιανισμό και κατέφυγε στην προκειμένη πράξη για λόγους επιβίωσης, χωρίς όμως η οικογένειά του να το θεωρεί αυτό ελαφρυντικό. Επιπρόσθετα, οι μουσουλμάνοι αποκαλούν τους χριστιανούς “άπιστους” και το αντίστροφο ενώ οι χριστιανοί, προκειμένου να επικυρώσουν ότι πρώην μουσουλμανικός πληθυσμός πράγματι αλλαξοπίστησε, επιβάλλουν αυστηρά μέτρα. Έτσι, ακόμα και τα νεότερα μέλη της οικογένειας των Μαυριτανών, όπως ο Γιαζίντ και Ζουχάιρ, των οποίων οι σκέψεις εκτίθενται στο μυθιστόρημα, φαίνεται πως αναπαράγουν έμπρακτα των θρησκευτικό φανατισμό και το μίσος (που βέβαια δεν είναι εντελώς αδικαιολόγητο) των προγόνων τους. Το μίσος και η έχθρα αυτή ξεπερνάει τα όρια της λογικής και λαμβάνει τέτοιες διαστάσεις που δεν περιορίζεται αποκλειστικά στον θρησκευτικό τομέα αλλά επεκτείνεται και στον πολιτισμικό, δεν καταδικάζεται δηλαδή μόνο το εκάστοτε θρήσκευμα και οι αντιλήψεις που αυτό αντιπροσωπεύει αλλά και ολόκληρος ο πολιτισμός όσων το ασπάζονται. Έτσι έχουμε, επί παραδείγματι, την καύση των βιβλίων των μουσουλμάνων, μολονότι από τις επιστημονικές διαπιστώσεις που αυτά περιλάμβαναν μπορούσαν να επωφεληθούν όλοι οι άνθρωποι ανεξαρτήτως θρησκείας.

ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ

Στην σελίδα 14 εκτίθεται η στάση των στρατιωτών στους οποίους ανατέθηκε η μεταφορά και καύση των βιβλίων των Μαυριτανών, με σκοπό την εξαφάνιση της πολιτισμικής τους ταυτότητας. Οι στρατιώτες αυτοί, μολονότι ήταν αγράμματοι, μπορούσαν να αντιληφθούν το σφάλμα αυτού που τους είχε ανατεθεί να εκτελέσουν. Ακόμη και οι διηγήσεις των προγόνων τους οι οποίες υπήρξαν γεμάτες προκατάληψη και υποχθόνιο μίσος, παραδέχονταν πως οι Μαυριτανοί διέθεταν εντυπωσιακές γνώσεις περί διαφόρων επιστημονικών ζητημάτων. Η ιδιότητα του χριστιανού και του στρατιώτη, δηλαδή ενός ανθρώπου που οφείλει να εκτελεί τις εντολές των ανωτέρων του, που έφεραν οι άνθρωποι αυτοί, τους παρότρυνε να εκτελέσουν το καθήκον τους όμως η λογική τους έκανε να αναγνωρίσουν πως η καύση των βιβλίων ήταν πράξη υπερβολική και ανήθικη. Αντίστοιχα, στη σελίδα 93, ο κόμης δον Ινίγκο Λόπεθ ντε Μεντόθα αναλύει στον Θισνέρος με διακριτικότητα ότι η καύση των βιβλίων των Μαυριτανών υπήρξε πράξη ανήθικη και διεφθαρμένη και πως εκδήλωνε ότι το θρησκευτικό μίσος των χριστιανών έναντι των μουσουλμάνων είχε λάβει πλέον ανησυχητικές διαστάσεις. Ο Θισνέρος, εκμεταλλευόμενος τους δισταγμούς και τον φόβο του δον Ινίγκο, τον κατακρίνει διότι ο ίδιος δεν ανακάλεσε την προκειμένη απόφαση παρ’ όλο που είχε την απαραίτητη εξουσία για να το κάνει. Στην παραπάνω περίπτωση φαίνεται πως ο δον Ινίγκο διέθετε λογική, στοιχείο που απουσίαζε από τους περισσότερους που καταλάμβαναν θέσεις εξουσίας στο μυθιστόρημα. Ωστόσο, σε ένα περιβάλλον παραλόγων ανθρώπων που ακόμη και το μικρότερο ψήγμα κριτικής σκέψης και αυτοκριτικής στα θρησκευτικά ζητήματα το καταδίκαζαν ως αίρεση η απιστία, ο δον Ινίγκο επέδειξε δειλία και δεν βρήκε το θάρρος να ανακαλέσει την προκειμένη απόφαση, με τον φόβο να μην κριθεί από τους γύρω του. Και στις δύο περιστάσεις, η θέση και το θρήσκευμα των εκάστοτε ατόμων συγκρούεται με τη λογική, την ηθική τους και τις αξίες τους. Στην πρώτη περίπτωση η έλλειψη εξουσίας δεν επιτρέπει στους στρατιώτες να μεταβάλλουν τα δεδομένα, δηλαδή υπάρχει απουσία μέσου, ωστόσο προσπαθούν και με το παραπάνω να διασώσουν ορισμένα βιβλία παραδίδοντάς τα κρυφά σε κατοικίες Μαυριτανών. Αντίθετα, στη δεύτερη περίπτωση υπάρχει εξουσία, υπάρχει δηλαδή μέσο, αλλά δεν πραγματοποιείται εκμετάλλευση αυτού λόγω δειλίας και φόβου. Η στάση των στρατιωτών υπήρξε, κατ’ εμέ, ηρωική και ανέδειξε πως παρά το χαμηλό τους μορφωτικό επίπεδο, επρόκειτο για ηθικούς και έντιμους ανθρώπους που επιστράτευσαν κάθε δυνατό μέσο για να ανατραπεί η κατάσταση. Η στάση του δον Ινίγκο δε θα μπορούσε να καταδικαστεί αυτομάτως, διότι ο άνθρωπος αυτός ενδέχεται να έχανε την ισχύ και το αξίωμά του σε περίπτωση που εξέφραζε τους ενδοιασμούς του. Ωστόσο, η παθητική συμπεριφορά του είναι ελαφρώς λυπηρή καθώς πρόκειται για άνθρωπο με ηθική και κριτική σκέψη, που δεν έχει καταβληθεί ακόμη από τυφλό μίσος και έχει την επιλογή να ανατρέψει την απόφαση αλλά εν τέλει δειλιάζει μπροστά σε αυτή την προοπτική. Ο Ούμαρ θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως αντιμετωπίζει ένα ανάλογο δίλημμα που αφορά τον εαυτό του αλλά και την οικογένειά του. Συγκεκριμένα, βλέποντας την εξέλιξη της πολιτικής κατάστασης και των πιέσεων των χριστιανών στην Ανδαλουσία, εξετάζει το ενδεχόμενο να αλλαξοπιστήσει προκειμένου να μην κινδυνεύσει η ζωή του και η περιουσία του. Υπέρ αυτής της αντιμετώπισης είναι και ο συγγενής του Μιγκουέλ, του οποίου το ισλαμικό όνομα ήταν Μέλκαλ, που έχει ήδη ασπαστεί τον χριστιανισμό και είναι μάλιστα επίσκοπος της εκκλησίας, αναπαράγοντας τα χριστιανικά έθιμα και τελετές, Βέβαια, όπως αναδεικνύεται, ο Μιγκουέλ παραμένει μέσα του μουσουλμάνος, χωρίς βέβαια να το εκδηλώνει αυτό ιδιαίτερα, ενώ το αξίωμα του επισκόπου είναι πιθανώς απλά ένα μέσο ώστε να πείσει τους υπεύθυνους της Ιεράς Εξέτασης για την πίστη του. Ο Ούμαρ αντιλαμβάνεται τα οφέλη που θα αποκόμιζε από το να ασπαστεί τη χριστιανική θρησκεία, παραμένει παρ’ όλα αυτά εξαιρετικά διστακτικός. Η στάση του αυτή οφείλεται σε πολλαπλούς παράγοντες. Αρχικά, το ισλάμ δεν είναι για αυτόν αλλά και για τους υπόλοιπους μουσουλμάνους απλά μια θρησκεία, ένα σύνολο πεποιθήσεων, αλλά ολόκληρος ο πολιτισμός του. Είναι τα έθιμα που εξασκούν, τα φαγητά που τρώνε, ο τρόπος που ντύνονται, ο τρόπος που μιλούν, οι ηθικές τους αντιλήψεις, οι επιστημονικές τους γνώσεις, κ.λπ. Η θρησκεία του Ούμαρ διαμορφώνει σχεδόν κάθε πτυχή της καθημερινότητάς του και της κοινωνικής του ζωής με αποτέλεσμα η μεταστροφή στον χριστιανισμό να μην είναι απλή διαδικασία. Πέρα από το γεγονός ότι ο Ούμαρ θα αντιμετώπιζε έντονη κριτική από τον κοινωνικό του περίγυρο εάν αλλαξοπιστήσει, θα ήταν για αυτόν και μια έμμεση παραδοχή του αφανισμού του μουσουλμανικού κόσμου στα ισπανικά εδάφη, θα ήταν η εκδήλωση πως έχει πλέον εγκαταλειφθεί κάθε ελπίδα. Επίσης, θεωρώ πως μία ακόμη παράμετρος που προκάλεσε δισταγμό στον Ούμαρ ήταν η διαπίστωση πως ακόμη κι αν ασπαζόταν το χριστιανισμό, θα εξακολουθούσε να βρίσκεται υπό τεράστια πίεση γιατί δε θα μπορούσε ποτέ να εγκαταλείψει σε πνευματικό επίπεδο το Ισλάμ και τα όσα αυτό πρεσβεύει, πόσο μάλλον για να καταφύγει σε μια θρησκεία της οποίας οι οπαδοί του προξενούν τόσο έντονο μίσος και καχυποψία. Για τον Ούμαρ, εν ολίγοις, το να αλλαξοπιστήσει θα ήταν προδοσία, εκδήλωση δειλίας και απώλεια της ίδιας της ταυτότητάς του.

ΕΙΚΟΝΕΣ ΦΡΙΚΗΣ:

Στο κεφάλαιο 13 πραγματοποιούνται παραστατικές περιγραφές της ωμής βίας που εκδηλώθηκε και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές (βέβαια τονίζεται η βία που άσκησαν οι χριστιανοί) στις εμπόλεμες συγκρούσεις μεταξύ Μαυριτανών και χριστιανών. Οι καταστάσεις αυτές εύλογα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως εικόνες φρίκης. οι συμμετέχοντες στη σύρραξη αυτή έχουν τυφλωθεί από θρησκευτικό μίσος το οποίο τους έχει απαλλάξει από το να αισθάνονται την οποιαδήποτε μεταμέλεια για τις βίαιες πράξεις τους. Ένα στοιχείο που επιβεβαιώνει την βαρύτητα της κατάστασης είναι το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται, σε συνδυασμό με την ωμή βία, ύπουλα τεχνάσματα και “πισώπλατες μαχαιριές” για να πετύχει η εκάστοτε πλευρά τους στόχους της, δηλαδή εν ολίγοις την εξόντωση των αντιπάλων. Επιπρόσθετα, ο ιερός πόλεμος έχει πλέον επεκταθεί. Δηλαδή δεν πρόκειται για αντιπαράθεση μεταξύ των φανατικών της εκάστοτε θρησκείας αλλά για εκτέλεση άμαχου και αθώου πληθυσμού και για διάπραξη σοβαρών εγκλημάτων. Εφόσον η θρησκευτική αντιπαράθεση και το τυφλό μίσος έχει εξελιχθεί σε εμπόλεμη σύγκρουση δεν πραγματοποιείται διευθέτηση θρησκευτικών διαφορών. Αντίθετα, έχει πια χαθεί η ουσία και οι άνθρωποι απλά επιδίδονται σε καταστροφικές ενέργειες. Μερικές από αυτές περιγράφονται αναλυτικά, όπως για παράδειγμα ο αποκεφαλισμός του αρχηγού των Μπανού Χουντάιλ και το κάρφωμα του κεφαλιού του στη μύτη δόρατος, τα παιδιά που έπνιξαν στα λουτρά και ο βίαιος θάνατος του Γιαζίντ, πράξεις που αναδεικνύουν την ισοπέδωση κάθε ηθικής.

Η ΖΑΧΡΑ:
Η Ζάχρα εγκαταλείπει το οικογενειακό της περιβάλλον και εγκλείεται σε ψυχιατρείο διότι επιθυμεί να παντρευτεί κάποιον που η οικογένειά της δεν εγκρίνει. Ο ανικανοποίητος έρωτάς της στέκεται για αυτήν τεράστιο εμπόδιο με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει την οικογένειά της και να επιζητήσει να επουλώσει το κενό που της άφησε ο έρωτας αυτός μέσα από πρόσκαιρες διασκεδάσεις και μέσα από την ταπείνωση προκειμένου να αποφύγει να έρθει άμεσα αντιμέτωπη με τη μάταιη πλέον για αυτήν ζωή της. Οι εξελίξεις αυτές προφανώς επιδρούν βαθύτατα στην ψυχική της υγεία και την κάνουν να ξοδέψει τεράστιο μέρος της ζωής της παραμένοντας στάσιμη και προσπαθώντας να διαχειριστεί την ανικανοποίητη αυτή επιθυμία της που την έχει τόσο στιγματίσει.

 Δημιουργική Γραφή:

Γράμμα από τη Ζάχρα

 Αγαπητή μου φίλη,

Μάντεψε για ποιο θέμα θα σου μιλήσω πάλι… Όπως σου έχω ήδη αναφέρει, η μαμά και ο μπαμπάς μου απαγόρευσαν όχι μόνο να τον παντρευτώ αλλά και να έχω την οποιαδήποτε ερωτική σχέση μαζί του. Κύριο επιχείρημά τους ήταν το κλασικό, διαχρονικό και αγαπημένο “Τι θα πει ο κόσμος;”. Μα τι να πει ο κόσμος; Ο κόσμος μόνο να λέει και να λέει ξέρει. Και η ερώτηση είναι πάντα “τι θα πει ο κόσμος;” και ποτέ “τι να πω εγώ;”. Τι να πω εγώ που έχω γνωρίσει τον άνθρωπο με τον οποίο επιθυμώ να περάσω τη ζωή μου και μοναδικό εμπόδιο μπροστά στην υλοποίηση του γάμου μας στέκεται η κρίση των γονιών μου. Γιατί θεωρούν πως ο έρωτας έχει ηλικία, πως ο έρωτας έχει φύλο, φυλή καταγωγή και δεν ξέρω και εγώ τι άλλο. Λες και ο έρωτας γνωρίζει όρια. Σε εκείνους φαντάζει αλλόκοτο το ότι έχουμε τέτοια διαφορά ηλικίας, μα ξέρεις γιατί τους φαντάζει αλλόκοτο; Γιατί δεν έχουν νιώσει αυτό που νιώθω εγώ. Γιατί δεν γνωρίζουν πως εάν δεν περάσω τη ζωή μου μαζί του θα αναζητώ μάταια έναν αντικαταστάτη του σε οποιονδήποτε γνωρίζω. Θα αναζητώ μάταια τον τρόπο που με κάνει να νιώθω σε κάθε ασχολία μου.

 Αφενός δε θέλω να προδώσω την ίδια μου την οικογένεια, την επιθυμία των γονιών μου, δε θέλω να αμφισβητήσω την κρίση τους μολονότι αυτή τη φορά το ξέρω στο σίγουρα πως κάνουν μεγάλο λάθος. Δεν θέλω να προχωρήσω σε κάτι που δεν εγκρίνουν για εμένα και να καταστρέψω οριστικά τη σχέση που έχω μαζί τους. Κι αν πάλι το κάνω αυτό, τι μου απομένει; Μου απομένει εκείνος. Κι αν πάλι και εκείνος με προδώσει; Τότε δε μου μένει κανείς. Κι όσο μάταιο και αν το παρουσιάζω, δε θέλω να θυσιάσω την εμπιστοσύνη των γονιών μου για κάτι που ενδέχεται να είναι πρόσκαιρο και να μην έχει τη βαρύτητα που νόμιζα πως είχε. Το τι θα πει ο κόσμος είναι πλέον το λιγότερο μπροστά σε αυτά που αισθάνομαι.

Αφετέρου, γνωρίζω πως οι γονείς μου δεν σκέφτονται το θέμα με την παράμετρο του έρωτα και του συναισθήματος. Δεν μπορούν να καταλάβουν αυτό που εγώ καταλαβαίνω. Δεν μπορούν να δουν τα πράγματα όπως τα βλέπω εγώ. Τι κι αν μείνω με την ανεκπλήρωτη επιθυμία και αυτή με στιγματίσει για όλη μου την ζωή. Τι κι αν δεν μπορέσω να ξαναερωτευτώ όπως έχω ερωτευτεί τώρα, στα 22 μου, γιατί ο μεγαλύτερος έρωτας που έχω βιώσει έως τώρα εκκρεμεί. Δεν γνωρίζω την εξέλιξή του, δεν τον έχω νιώσει πλήρως, δεν έχω ζήσει ακόμα τίποτα μαζί του μπροστά σε όσα θα μπορούσαμε εν δυνάμει να ζήσουμε. Τι κι αν μετέπειτα με καταβάλλει η περιέργεια, αυτή η ανικανοποίητη επιθυμία, το μόνιμο ερώτημα… Τι θα είχε γίνει εάν αψηφούσα τα θέλω των γονιών μου και άκουγα μόνο εμένα, εμένα και το συναίσθημά μου; Γιατί το να παραμείνει η αγάπη μου μια εκκρεμότητα θα ήταν για εμένα σοβαρότερο από το να τη ζήσω και να μην είναι εν τέλει αυτό που προσδοκούσα.

Μου είναι δύσκολο, όπως αντιλαμβάνεσαι, με όλα αυτά να αξιολογήσω με προσοχή την κατάσταση και πόσο μάλλον να πάρω τη σωστή απόφαση. Αισθάνομαι πως ό,τι κι αν κάνω, θα είναι για εμένα καθοριστικό.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης