Το Δίλημμα

dilemma

«Νεκρή βρέθηκε η 17χρονη κοπέλα από την Εύβοια που είχε χαθεί πριν από δύο μέρες. Καθώς επέστρεφε από το σπίτι της φίλης της, ένας άντρας την πλησίασε μέσα στο σκοτάδι και της επιτέθηκε, όπως φάνηκε από το υλικό των καμερών ασφαλείας των γύρω σπιτιών που εξέτασε η αστυνομία.»
Αυτό και το κλάμα της μητέρας μου ήταν το πρώτο πράγμα που άκουσα μόλις ξύπνησα. Ανησύχησα και παραξενεύτηκα αλλά δεν έδωσα πολύ σημασία γιατί ήξερα πως είναι πολύ ευαίσθητη. Μόλις πλησίασα προς το σαλόνι την είδα καθισμένη στον καναπέ να βλέπει τις ειδήσεις. Μετά από λίγο σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο της. Φαινόταν στεναχωρημένη. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι είχε γίνει. Ήταν σαν να μην αντιλήφθηκε την παρουσία μου. Ήμουν πραγματικά μπερδεμένη. Η ώρα περνούσε και εγώ έπρεπε να ετοιμαστώ για το σχολείο. Δεν έδωσα πολύ σημασία γιατί σκέφτηκα πως απλά ήταν πολύ κουρασμένη και πως θα μιλούσαμε το μεσημέρι.
Όταν έφτασα στο σχολείο όλοι οι φίλοι μου φαίνονταν στεναχωρημένοι και με αγνοούσαν. Τότε ήταν που μπήκα σε βαθιές σκέψεις. Τους έκανα κάτι; Είπα κάτι που τους πείραξε; Μου κρύβουν κάτι; Δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτα. Μόλις μπήκαμε στην τάξη και ο καθηγητής ξεκίνησε να παίρνει παρουσίες, προσπέρασε το όνομα μου. Εγώ παραξενεμένη τον ρώτησα αλλά αυτός ούτε καν που με κοίταξε. Κάπως έτσι συνεχίστηκε το μάθημα. Όλοι μου οι συμμαθητές ακόμη και ο καθηγητής με αγνοούσαν.
Στο πρώτο διάλειμμα έτρεξα στην τουαλέτα και ξέσπασα σε κλάματα. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι είχε γίνει και όλοι μου συμπεριφέρονταν έτσι. Ακόμη και η ίδια μου η μητέρα! Ήμουν ολομόναχη όταν άκουσα έναν δυνατό θόρυβο. Κοίταξα άλλα δεν υπήρχε τίποτα. Μετά από λίγο είδα ένα δυνατό φως. Και τότε ήταν που άκουσα μία αντρική φωνή. Δεν κατάλαβα από που προερχόταν:
-«Γεια σου Ειρήνη. Δε με ξέρεις αλλά εγώ σε γνωρίζω πολύ καλά. Μην φοβάσαι δεν ήρθα για να σου κάνω κακό. Αντιθέτως ήρθα για να σου πω ένα μεγάλο νέο.» Έπειτα συνέχισε λέγοντας:
«Τώρα είσαι πολύ μπερδεμένη και στεναχωρημένη αλλά ήρθα για να σου δώσω εξηγήσεις. Θα παρατήρησες πως όλοι σε αγνοούν. Ε, λοιπόν αυτό είναι επειδή δε σε βλέπουν. Και θα με ρωτήσεις πως γίνεται αυτό. Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Πριν από κάποιες μέρες καθώς γυρνούσες από το σπίτι της φίλης σου ένας άντρας σε πλησίασε και σου επιτέθηκε. Αυτό λογικά δε θα το θυμάσαι. Αυτός ο άντρας ήταν δολοφόνος. Κι εσύ ήσουν ένα από τα υποψήφια θύματά του. Το καταλαβαίνω πως αυτή τη στιγμή είσαι σοκαρισμένη και γεμάτη περιέργεια. Θα πρέπει όμως να επιλέξεις αν θες να γυρίσεις πίσω, να θυμηθείς τι σου συνέβη και να αγωνιστείς να αντιμετωπίσεις αυτή τη δυσάρεστη ανάμνηση ή να με ακολουθήσεις.»
Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που μου συνέβαινε. Η μόνη πιθανή εξήγηση που μπορούσα να σκεφτώ ήταν πως έβλεπα κάποιο όνειρο. Ή μάλλον κάποιον εφιάλτη. Τα λόγια αυτού του άνδρα με είχαν επηρεάσει και δεν ήξερα τι να αποφασίσω. Δεν ξέρω αν ήθελα να θυμηθώ, να γυρίσω πίσω και να αντιμετωπίσω αυτό που έλεγε ότι μου συνέβη ή να διαλέξω την ηρεμία και την ασφάλεια αυτού του μέρους που βρισκόμουν τώρα.
Ξαφνικά ένιωσα κάποιον να με αγγίζει κι έπειτα άκουσα γνώριμες φωνές να με καλούν. Ήταν η μητέρα μου, ο αδερφός μου και η καλύτερή μου φίλη. Ακόμη όμως δεν μπορούσα να δω τίποτα. Όλα ήταν σκοτεινά ώσπου ένα δυνατό και ζεστό φως με τύλιξε. «Ειρήνη…» ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσα πριν ανοίξω τα μάτια μου. Τους είδα όλους από πάνω μου να με κοιτάνε δακρυσμένοι. Ήμουν πραγματικά χαρούμενη που μπορούσα να τους αντικρύσω ξανά αλλά το γεγονός ότι φαίνονταν τόσο κουρασμένοι μου ράγισε την καρδιά.
«Ειρήνη!» φώναξαν όλοι μαζί ενθουσιασμένοι.
Δεν είχα καταλάβει τι γινόταν. Δεν ήξερα καν που ήμουν. Φαινόταν σαν δωμάτιο νοσοκομείου. Ήμουν πραγματικά μπερδεμένη και εξουθενωμένη. Ένιωθα τα βλέφαρά μου βαριά και βυθίστηκα πάλι σε έναν παράξενο, χωρίς όνειρα αυτή τη φορά, ύπνο.
Όταν τελικά ξύπνησα και αφού ένιωθα καλύτερα μου εξήγησαν τι είχε συμβεί και πως γλύτωσα χτυπημένη άσχημα από τα χέρια του επίδοξου δολοφόνου μου. Εγώ εξακολουθούσα να μη θυμάμαι τίποτα. «Μερική αμνησία» είπε ο γιατρός που με εξέτασε λίγη ώρα αργότερα. «Ο οργανισμός αμύνεται και προσπαθεί να γιατρέψει τα τραύματά του γι’ αυτό δε θυμάσαι. Πρέπει να ξεκουραστείς και να μην πιεστείς. Πάρε τον χρόνο σου. Είσαι τυχερή που είσαι ζωντανή και κοντά στους ανθρώπους που σε αγαπούν».
Δεν μπορούσα να νιώσω τίποτε. Ίσως ήταν και τα βαριά φάρμακα που μου έδιναν. Αυτό όμως που θυμόμουν πολύ καθαρά ήταν η βαριά φωνή του άνδρα που με κάλεσε να διαλέξω. Να γυρίσω πίσω και να παλέψω ή να παραιτηθώ. Έχω πολύ δρόμο ακόμη μπροστά μου αλλά νομίζω πως ξέρω γιατί διάλεξα την επιστροφή. Κάτι μέσα μου με έσπρωχνε να αγωνιστώ, να επιβιώσω και να μιλήσω. Είμαι σίγουρη ότι όταν θυμηθώ θα μιλήσω! Γιατί μόνο έτσι θα μπορέσω να προχωρήσω στη ζωή μου και να δώσω δύναμη και σε άλλους ανθρώπους που έζησαν κάτι τέτοιο να το κάνουν.

Δημιουργός: ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΚΑΠΠΗ

88x31