Ο Αρχιμήδης ο Συρακούσιος (περίπου 287 π.Χ. – 212 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας μαθηματικός, μηχανικός, φυσικός, εφευρέτης και αστρονόμος. Θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες μαθηματικές ιδιοφυίες όλων των εποχών και ένας από τους λαμπρότερους επιστήμονες της κλασικής αρχαιότητας. Στο περσινό τεύχος του περιοδικού μας γράψαμε για τη ζωή και το έργο του. Στο φετινό τεύχος θα καταγράψουμε κάποιες από τις σημαντικότερες εφευρέσεις του. Ο Αρχιμήδης έκανε πολλές σπουδαίες εφευρέσεις μερικές από αυτές ήταν οι παρακάτω:
Η αρπάγη
Η αρπάγη ήταν πολεμικό όπλο που επινοήθηκε από τον Αρχιμήδη για την αντιμετώπιση του ρωμαϊκού στόλου που πολιορκούσε τις Συρακούσες.
Δεν υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα ή απεικονίσεις της κατασκευής. Την αναφέρουν οι αρχαίοι ιστορικοί περιγράφοντάς την ως ένα είδος γερανού με αγκίστρι. Φαίνεται ότι ήταν εφαρμογή των μελετών του Αρχιμήδη γύρω από τους μοχλούς και τις τροχαλίες. Στις σημερινές μας ημέρες μια επιστημονική ομάδα το 1999 επιχείρησε ένα πείραμα κατασκευής και χρήσης μιας αρπάγης. Μέσα σε 7 ημέρες σχεδίασαν, κατασκεύασαν και χρησιμοποίησαν με επιτυχία μια αρπάγη που στο πείραμα αυτό τελικά αναποδογύρισε και βύθισε μια τριήρη στο λιμάνι μπροστά στα αρχαία τείχη των Συρακουσών.
Η αρπάγη χρησιμοποιήθηκε στον Δεύτερο Καρχηδονιακό πόλεμο το 214 π.Χ. στην πολιορκία των Συρακουσών. Ο Ρωμαϊκός στόλος είχε περισσότερα από 120 πεντήρεις με ναύαρχο τον Μάρκο Κλαύδιο Μάρκελλο. Οι Ρωμαίοι επιτέθηκαν νύχτα, αλλά αιφνιδιάστηκαν από τους Συρακούσιους και την πρωτόγνωρη αρπάγη, και σε συνδυασμό με κοτρώνες που εκτόξευαν καταπέλτες. Οι απώλειες ήταν πολλές, τα πλοία βυθίστηκαν και πανικός επήλθε. Αυτά μας τα διέσωσαν ο Πολύβιος και ο Τίτος Λίβιος.
Λιθοβόλος μηχανή ( καταπέλτης)
Η λιθοβόλος μηχανή (ή λιθοβόλος καταπέλτης) του Αρχιμήδη ήταν ένα από τα τρομερά όπλα που χρησιμοποιήθηκαν για την άμυνα πάλι των Συρακουσών κατά των Ρωμαίων. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, ο Αρχιμήδης είχε σχεδιάσει μηχανές ικανές να εκτοξεύουν πέτρες βάρους έως και 250 κιλών (10 τάλαντα) σε μεγάλες αποστάσεις.
Αποτελούνταν από μία μακριά αρθρωτή δοκό που στηριζόταν σε μια περιστρεφόμενη κατακόρυφη δοκό ή πλατφόρμα. Στο ένα άκρο της η δοκός έφερε ένα αντίβαρο και από άλλο αναρτιόταν μέσω σχοινιού το φορτίο (π.χ. ένας μεγάλος λίθος ή ένα μολύβδινο βάρος). Η μηχανή σε ηρεμία ήταν τοποθετημένη κατά μήκος του τείχους σε οριζόντια θέση (ώστε να μην είναι ορατή από τη θάλασσα) τανυσμένη και ασφαλισμένη μέσω σχοινιού και χειροκίνητου βαρούλκου (για την εξισορρόπηση του αντίβαρου). Όταν ένα σκάφος πλησίαζε το τείχος, οι χειριστές ελευθέρωναν ελεγχόμενα το βαρούλκο ώστε να ανυψωθεί ελαφρά το άκρο της δοκού και να περάσει με ασφάλεια το φορτίο από τα τείχη, περιστρέφοντας τη σταθμισμένη κατακόρυφη δοκό (μέσω οριζόντιων χειρομοχλών). Όταν το φορτίο βρισκόταν από πάνω από το πλοίο έκοβαν το σχοινί για να πέσει με σφοδρότητα στο στόχο.
Ορέστης και Βασιλική (Β3)
Πηγή: Από το διαδίκτυο WIKIPEDIA

