Την Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026 είχαμε τη χαρά και την τιμή να συνομιλήσουμε τηλεφωνικά με την κυρία Έρη Ρίτσου, κόρη του ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Της ζητήσαμε να μας βοηθήσει να γνωρίσουμε τον ποιητή και πατέρα Γιάννη Ρίτσο μέσα από τα δικά της μάτια, αλλά και να μας δώσει πληροφορίες για το δικό της συγγραφικό έργο. Την ευχαριστούμε θερμά για όλα όσα μοιράστηκε μαζί μας.
Αρχικά η κυρία Ρίτσου είπε ότι, όταν ήταν παιδί, δεν βίωσε όσο θα ήθελε την πατρική φιγούρα του Γιάννη Ρίτσου, καθώς ο πατέρας της εργαζόταν στην Αθήνα και εκείνη μεγάλωνε στη Σάμο με τη μητέρα της. Μολονότι συναντιόντουσαν μόνο στις διακοπές, είχαν μία πολύ τρυφερή σχέση. Τόνισε μάλιστα με έμφαση πως ο πατέρας της ήταν ένας τρυφερός άνθρωπος, μία ανοιχτή αγκαλιά και ότι η σχέση τους ήταν διαφορετική από τις συνηθισμένες και τυπικές σχέσεις πατέρα-κόρης εκείνης της εποχής.
Πρόσθεσε πως ο Γιάννης Ρίτσος ήταν πολυτάλαντος άνθρωπος, καθώς εκτός από ποιητής υπήρξε χορευτής της Λυρικής Σκηνής και ηθοποιός στο Εθνικό Θέατρο. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι ανυπομονούσε να συναντήσει κάθε φορά τον πατέρα της για να της μάθει τους καινούργιους χορούς της Αθήνας και ότι αυτή η πολυδιάστατη προσωπικότητα του πατέρα της αποτελούσε για την ίδια «οπτικοποίηση» συμβουλής για σκληρή δουλειά. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο το ότι ο Γιάννης Ρίτσος ανέφερε συχνά πως «όποιο ταλέντο και να έχεις, αν δεν το καλλιεργήσεις, αν δεν το δουλέψεις, πάει στράφι».
Στην ερώτηση μας: «Όταν δημιουργούσε ο Γιάννης Ρίτσος, πώς ήταν το κλίμα στο σπίτι;», η κυρία Έρη Ρίτσου απάντησε ότι ο πατέρας της δεν πίστευε στην έμπνευση, πίστευε στην παροιμία πως «τρώγοντας έρχεται η όρεξη». Και επειδή κατά αναλογία «γράφοντας έρχεται η όρεξη», έγραφε, διόρθωνε ή ξαναδιόρθωνε τα ποιήματά του καθημερινά.
Η κυρία Ρίτσου μοιράστηκε μαζί μας και την ιστορία της τελευταίας εξορίας του πατέρα της, καθώς ήτανε πια μεγάλη και την αντιλήφθηκε καλύτερα από όλες τις προηγούμενες. Συγκλονίστηκε όταν έμαθε πως ο πατέρας της διαγνώστηκε στην Λέρο με καρκίνο και πως του απέμεναν μόνο έξι μήνες ζωής. Το θετικό στην ιστορία αυτή είναι ότι είχε δημιουργηθεί ήδη η καμπάνια «Libérez Ritsos», «ελευθερώστε τον Ρίτσο» από την Γαλλία, με επικεφαλής τον ποιητή Λουί Αραγκόν (Louis Aragon) και επειδή δεν ήθελαν να αποβιώσει στο στρατόπεδο, τον έστειλαν σε κατ’ οίκον περιορισμό στη Σάμο. Η κυρία Ρίτσου μας είπε ότι τότε κατάλαβε τι ήταν για εκείνον η εξορία.
Όταν ο πατέρας της επέστρεψε στη Σάμο, παρέμεινε απομονωμένος, καθώς είχε το «φάσμα» του θανάτου και απαγορευόταν να έρθει σε επαφή με τον οποιονδήποτε άνθρωπο. Στο σπίτι υπήρχαν τρεις αστυνομικοί, από τους οποίους ο ένας «λειτουργούσε» ως σοφέρ, δηλαδή συνόδευε την ίδια στο σχολείο και πίσω στο σπίτι, ο δεύτερος παρακολουθούσε το ιατρείο της μητέρας της και ο τρίτος ακολουθούσε τον Γιάννη Ρίτσο όπου πήγαινε. Αυτή, όμως, ήταν και η πρώτη φορά που έζησε τόσο πολύ καιρό με τον πατέρα της.
Οι εξορίες αλλά και οι διώξεις του Ρίτσου αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τον ίδιο. Η κυρία Ρίτσου ανέφερε ότι το γράψιμο του πατέρα της είναι ημερολογιακό, καθώς μέσα από τα ποιήματά του διαφαίνεται η ιστορία του μισού 20ου αιώνα. Έγραφε καθημερινά και είχε μια ιδιαίτερη ματιά για το τι γίνεται στον κόσμο. Γι’ αυτό και η ποίησή του απεικονίζει ακριβώς όλα τα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.
«Μετά τον θάνατό του το όνομά του έσβησε από παντού, σαν να μην υπήρξε ποτέ», ανέφερε με πικρία η κυρία Ρίτσου. Η δημοσιότητα για τον πατέρα της επανήλθε μετά το 2004, όταν το μουσείο Μπενάκη έκανε ένα διεθνές συνέδριο για τον Ρίτσο. Έκτοτε άρχισε να εκτιμάται συνολικά το έργο του αλλά και να γίνονται και πολλά διδακτορικά αναφορικά με την ποίηση του Ρίτσου, μιας και το περιεχόμενο των ποιημάτων του έχει πολλές εκφάνσεις: πολιτικές, κοινωνικές, ερωτικές, ψυχολογικές και αναφορές στην Αρχαία Φιλοσοφία.
Η κυρία Ρίτσου είναι η ίδια συγγραφέας μυθιστορημάτων και παιδικών βιβλίων. Αφορμή για να γράψει παιδικά βιβλία ήταν η κόρη της, η οποία, όταν ήταν μικρή, λάτρευε τα παραμύθια αλλά ήθελε να τα ακούει μόνο μία φορά. Κάποτε η κόρη της πήγε στους παππούδες της και φεύγοντας της έδωσε οδηγίες να της γράψει ένα παραμύθι ώστε, όταν γυρίσει, να της το διαβάσει. Έτσι, η κυρία Ρίτσου άρχισε να γράφει τα δικά της παραμύθια, με πρώτο το παραμύθι «Οι τρεις βασιλοπούλες». Αργότερα ξεκίνησε να γράφει και μυθιστορήματα για ενηλίκους. Η ίδια ανέφερε ότι δεν διαβάζει ποτέ δεύτερη φορά τα λογοτεχνήματά της. Το τελευταίο της μυθιστόρημα το έγραψε μέσα σε επτά ημέρες και θα δημοσιευθεί το καλοκαίρι.
Επιμέλεια: Μαριάνα Βυζούκη, Πηνελόπη Κοντογιάννη, Φερενίκη Κοντογιάννη, Μάριος Μπέλλος, Κωνσταντίνα Παργανά
