Αφιέρωμα στον λεσβιακό ελαιώνα
Λάδι, το χρυσάφι της Λέσβου
«Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα,
στο τέλος θα δεις να σου απομένουν
μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι.
Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις»
Οδυσσέας Ελύτης
Κείμενο: Αίας Μουσελίμης, Γρηγόρης Βεκρής
Στη Λέσβο η ζωή του ανθρώπου είναι συνδεδεμένη με την ελιά εδώ και αιώνες. Για τη σύγχρονη Λέσβο ο ελαιώνας της, που αριθμεί περί τα 11 εκατομμύρια ελαιόδεντρα, αποτελεί πηγή πλούτου, που κληροδοτήθηκε από τους παλαιότερους και η περίπτωσή του παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Γι’ αυτό και γράφουμε αυτό το ρεπορτάζ, για να παρουσιάσουμε την ιστορία του, να καταγράψουμε τα προβλήματά του και να ανιχνεύσουμε τις προοπτικές του. Μιλήσαμε με δύο πανεπιστημιακούς και έναν γεωπόνο για την ιστορία του ελαιώνα, τα προβλήματα και τις προοπτικές ανάδειξής του.
Η ιστορία
Ο λεσβιακός ελαιώνας υπήρχε ήδη από την κλασική περίοδο, παρόλα αυτά η καλλιέργεια της ελιάς δεν ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη. Την εποχή του Φραγκίσκου Γατελούζου είναι που ξεκινά να αναπτύσσεται και χιλιάδες δέντρα φυτεύονται με «κρατική» επιχορήγηση. Το ελαιόλαδο, όμως, ακόμη δεν είναι το κύριο γεωργικό αγαθό της Λέσβου. Το νησί θα βυθιστεί σε παρακμή μετά την κατάληψή του από τους Τούρκους, το 1462, λόγω της υψηλής φορολογίας και των πειρατικών επιδρομών, μια κατάσταση που διαρκεί έως και την υπογραφή της συνθήκης του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774), η οποία επιτρέπει στους υπόδουλους χριστιανούς, μεταξύ άλλων και την εμπορία των προϊόντων που παρήγαγαν. Με την επανάσταση του 1821, λόγω και άλλων συμφορών που έπληξαν το νησί (λοιμός το 1832 και κακοκαιρία κάποιες χρονιές) η ανάπτυξη τίθεται σε αναμονή μέχρι το 1850, όταν η πρόοδος του εμπορίου οδηγεί στην άνθιση του λεσβιακού ελαιώνα. Τότε η παραγωγή του ελαιολάδου εξελίσσεται σε βιομηχανική. Την τελική μορφή του ο ελαιώνας θα πάρει μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, όταν καταφθάνουν στο νησί περί τους 30.000 πρόσφυγες.
Η ακμή του λεσβιακού ελαιώνα
Απόδειξη για την ανάπτυξη την εποχή αυτή, δηλαδή μετά την μικρασιατική καταστροφή, αλλά και γενικά για τη σημασία του ελαιώνα για τους Λέσβιους αποτελεί η κατασκευή αναβαθμίδων. «Ξέρουμε ότι ο ελαιώνας αναπτύσσεται πάρα πολύ αυτήν την περίοδο» μας λέει ο κ. Θανάσης Κίζος, Καθηγητής στο Τμήμα Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, που μας παραχώρησε και τα στοιχεία για την ιστορία της ελιάς στη Λέσβο. «Σε περιοχές, όπως ένα χωριό κοντά στον Μανταμάδο, που λέγεται Κουκμίδου, οθωμανικό χωριό που εγκαταλείφθηκε, τα κομμάτια από τα σπίτια τα βρίσκουμε στις αναβαθμίδες γύρω από την περιοχή, γεγονός που αποδεικνύει ότι οι αναβαθμίδες χτίστηκαν από τους πρόσφυγες που φύτεψαν και τα ελαιόδεντρα στη συγκεκριμένη περιοχή. Οι αναβαθμίδες (αλλιώς σέτια) είναι ένα έργο τέχνης. Τη σημασία του ελαιώνα μαρτυρά το γεγονός ότι ο κόσμος μπήκε σε όλον αυτόν τον κόπο να φτιάξει αναβαθμίδες ακόμα και σε σημεία με κλίσεις 30 ή 35 μοίρες. Τέτοιες κλίσεις σημαίνουν ότι ουσιαστικά σκαρφαλώνεις. Αυτά τα σέτια, γύρω από κάθε δέντρο σε τόσο μεγάλη έκταση, είναι κάτι μοναδικό παγκοσμίως» τονίζει ο κ. Κίζος.
Ένα δάσος από ελιές
Ο λεσβιακός ελαιώνας δεν είναι, όμως, σημαντικός μόνο για τους κατοίκους του νησιού, αλλά έχει και τεράστια περιβαλλοντική αξία. «Από περιβαλλοντικής άποψης ο ελαιώνας της Λέσβου έχει πάρα πολύ μεγάλη αξία, γιατί ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζονται οι περισσότεροι παραγωγοί τους ελαιώνες τους είναι πολύ εκτατικός, δηλαδή δεν έχει καμία σχέση με ελαιώνες στην Ανδαλουσία, με ελαιώνες στην Κρήτη, με ελαιώνες στο Μαρόκο, που είναι πολύ εντατικοί: γυμνοί από κάτω τελείως με τα δέντρα χαμηλά κλαδεμένα, ενώ το έδαφος ζεσταίνεται πάρα πολύ, χάνει πάρα πολύ νερό και δεν έχει σχεδόν καθόλου βιοποικιλότητα. Αντιθέτως, εδώ τα δέντρα είναι ψηλά, έχουν φύλλωμα κι ο υπόροφος πολύ σπάνια ραντίζεται. Το αποτέλεσμα είναι ότι έχουμε σχεδόν ένα δάσος, δηλαδή ο ελαιώνας μπορεί να θεωρηθεί ως ένα δάσος. Είναι ιθαγενές είδος πολύ καλά προσαρμοσμένο και όταν ο υπόροφος είναι αδιατάρακτος ή όχι πολύ διαταραγμένος είναι ένα αγροοικοσύστημα το οποίο έχει πάρα πολύ μεγάλη φυσική αξία» εξηγεί ο κ. Κίζος. Για τη μοναδική αξία του λεσβιακού ελαιώνα, ως φυσικού δάσους, ο γεωπόνος κ. Δημήτρης Γιασσάς μας λέει: «Υπάρχουν καλλιεργητές που αναδεικνύουν τον φιλικό τρόπο καλλιέργειας. Αφήνουν τα φυσικά βότανα που δίνουν άρωμα στο ελαιόλαδο και αυξάνουν την βιοποικιλότητα στα ωφέλιμα έντομα και τα ωφέλιμα πτηνά. Οι παλιοί δεν είχαν τόσο πρόβλημα με το δάκο, γιατί υπήρχαν τα πουλιά και τσιμπάγανε τη μύγα που είναι ο δάκος. Υπάρχει ολοκληρωμένη, λοιπόν, καλλιέργεια που λαμβάνει υπόψη πολλούς παράγοντες».
Τα σημερινά προβλήματα
Παρόλη, όμως, τη σημασία του ελαιώνα για την Λέσβο, τις τελευταίες δεκαετίες, οι κάτοικοι εγκαταλείπουν την ελαιοκαλλιέργεια και ασχολούνται με άλλα επαγγέλματα. Το πρόβλημα είναι τόσο έντονο ώστε τα κέρδη από τον ελαιώνα φαίνεται να έχουν μειωθεί στο μισό.
Ο κ. Κίζος επικεντρώνεται στην κοινωνική πλευρά του φαινομένου: «Η πρώτη αιτία της εγκατάλειψης του ελαιώνα έχει να κάνει με την γενικότερη τριτογενοποίηση της οικονομίας. Το 1951 είχαμε περίπου πέντε εκατομμύρια αγροτικές εκμεταλλεύσεις στην Ελλάδα, τώρα έχουμε εξακόσιες πενήντα χιλιάδες, δηλαδή έχουμε χάσει περίπου δυόμιση εκατομμύρια αγρότες συνολικά σε σχέση με αυτήν την πεντηκονταετία. Πολύς κόσμος δεν θέλει τα παιδιά του να ασχοληθούν με την αγροτική παραγωγή αποκλειστικά. Αυτός είναι ο κύριος λόγος, ότι δηλαδή ιεραρχούμε το επάγγελμα του αγρότη πολύ χαμηλά. Η δεύτερη αιτία, που συνδέεται με την πρώτη, είναι ότι η αγροτική παραγωγή γενικά έχει χαμηλότερη παραγωγικότητα ανά μονάδα εργασίας ή ανά μονάδα κεφαλαίου. Η παραγωγικότητα (μισθός) του αγρότη δεν συγκρίνεται με εργασίες που σχετίζονται με παροχή υπηρεσιών. Οπότε είναι μικρότερη η παραγωγικότητα, πιο δύσκολη δουλειά και μεγαλύτερο το ρίσκο. Άρα, ο σημαντικότερος λόγος είναι κοινωνικός, ότι πολύς κόσμος δεν θέλει να ασχοληθεί με την αγροτική παραγωγή» αναφέρει.
Από την άλλη πλευρά ο κ. Γιασσάς δίνει έμφαση κυρίως στην δυσκολία της καλλιέργειας. «Ο πολυτεμαχισμός της γης είναι το μεγάλο μας πρόβλημα» τονίζει. «Δηλαδή ότι οι καλλιεργητές κατέχουν μικρά και διάσπαρτα κτήματα, τα οποία απαιτούν μεγαλύτερη επένδυση για να αποφέρουν κέρδος. Η κλιματική αλλαγή, επίσης, δημιουργεί προβλήματα στους καλλιεργητές. Φέτος με την ανομβρία ξεράθηκε ο καρπός πάνω στην ελιά». Τέλος θεωρεί ότι το Λεσβιακό ελαιόλαδο δεν μπορεί να συγκριθεί με το ελαιόλαδο των εντατικών ελαιώνων της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, αν δεν αναδειχθεί η ποιότητά του.
Η ανάδειξη της ποιότητας του λεσβιακού λαδιού
Προς την κατεύθυνση ανάδειξης του λεσβιακού ελαιώνα εργάστηκε ο κ. Νίκος Θωμαΐδης, Καθηγητής Αναλυτικής Χημείας στο Ε.Κ.Π.Α., που με την ομάδα του συνέταξε τη μοναδική έρευνα μέχρι σήμερα, για την αναγνώριση της ποιότητας του Λεσβιακού ελαιολάδου. «Από το 2014, και εντατικότερα από το 2018 με την υποστήριξη της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, έχουμε ξεκινήσει μία εκτενή και σε βάθος μελέτη στο Εργαστήριο Αναλυτικής Χημείας του ΕΚΠΑ, σε συνεργασία με το Εργαστήριο Ελαιολάδου του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ, με στόχο την τεκμηρίωση της ποιότητας και της αυθεντικότητας του ελαιολάδου που προέρχεται από τις γηγενείς ποικιλίες της Λέσβου – μία πρωτοφανούς έκτασης έρευνα, η οποία δεν έχει πραγματοποιηθεί για κανένα εγχώριο ή ξένο ελαιόλαδο», μας λέει. Η έρευνα παρείχε τη δυνατότητα στους ελαιοκαλλιεργητές να πιστοποιούν την ποιότητα ελαιολάδου ως προς το βιοδραστικό του περιεχόμενο και ανέδειξε τη μοναδική του ποιότητα. Σύμφωνα με την έρευνα, το ελαιόλαδο των νησιών του Βορείου Αιγαίου και ιδίως της Λέσβου είναι ιδιαίτερα ποιοτικό. «Το ελαιόλαδό της Λέσβου διακρίνεται από το ζωηρό χρυσαφί χρώμα και τη λεπτόρρευστη υφή του. Επίσης διακρίνεται για τα ιδιαίτερα οργανοληπτικά φρουτώδη χαρακτηριστικά των ντόπιων ποικιλιών, της Κολοβής και της Αδραμυτιανής, τα οποία οργανοληπτικά με τη σειρά τους συσχετίζονται με το πλήθος των βιοδραστικών ενώσεων και φυσικών προϊόντων που προκύπτουν από αυτές τις ποικιλίες, αλλά και από την ιδιαίτερα πλούσια βιοποικιλότητα του νησιού μας» αναφέρει ο κ. Θωμαίδης.
Επιστημονικές αποδείξεις
«Αποδείξαμε ότι πάνω από το 80% της ελαιοπαραγωγής της Λέσβου δίνει τιμές συνολικού φαινολικού περιεχομένου >250 mg/Kg, προσδίδοντας στο ελαιόλαδο μας ισχυρισμό υγείας σύμφωνα με τον κανονισμό 432/2012της E.Ε» λέει ο κ. Θωμαίδης και συνεχίζει: « Το ελαιόλαδο μας λοιπόν προστατεύει τον οργανισμό από την οξείδωση της χοληστερόλης, όπως περιγράφεται από την οδηγία της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA, 2012). Παράλληλα προσδιορίστηκαν μια σειρά από άλλες ιδιαίτερα ωφέλιμες για την υγεία ουσίες που περιέχονται στο ελαιόλαδο της Κολοβής και της Αδραμυτιανής, όπως η βιταμίνη Ε, διάφορα καροτενοειδή, το σκουαλένιο, αλλά και τα μονοακόρεστα και πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, τα οποία βρέθηκαν σε ποσοστό που ξεπερνάει το 76%, δίνοντας στο ελαιόλαδο μας τον ισχυρισμό της υψηλής περιεκτικότητας σε ακόρεστα λιπαρά όπως ορίζεται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 116/2010. Ειδικά η περιεκτικότητα του ελαϊκού οξέος στο ελαιόλαδο από Κολοβή είναι 75%, σε ποσοστό υψηλότερο από άλλα ελαιόλαδα, προσδίδοντας την χαρακτηριστική λεπτόρευστη υφή του αλλά και προστατεύοντας την υγεία μας, συμβάλλοντας στη διατήρηση φυσιολογικών επιπέδων χοληστερόλης. H βιταμίνη Ε βρέθηκε 6 φορές υψηλότερη από τα όρια του Κανονισμού ΕΕ 432/2012, προστατεύοντας μας ισχυρά από το οξειδωτικό στρες. Η λουτεΐνη και το σκουαλένιο, δύο ισχυρά αντιοξειδωτικά, βρέθηκαν σε περιεκτικότητες πολύ υψηλότερες από άλλα ελαιόλαδα που παράγονται στη Μεσόγειο». Όλες αυτές οι ωφέλιμες ουσίες έχουν πολλαπλές ευεργετικές επιδράσεις στην υγεία μας και βοηθούν στη μείωση των φλεγμονών και της υπέρτασης.
Η αξιοποίηση
Οι θησαυροί της Λέσβου λοιπόν, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο κ. Θωμαίδης «περιλαμβάνουν, πέρα από την ιστορία, τον πολιτισμό και τη βιοποικιλότητα της, και το χρυσό της ελαιόλαδο!» Αξίζει να αναφερθεί ότι η αποκτηθείσα γνώση από τον ενδελεχή χαρακτηρισμό του ελαιόλαδου (και της ελιάς) αποτέλεσε και αποτελεί τη βάση για την ανάπτυξη καινοτόμων προϊόντων, και εισάγει ένα νέο είδος μάρκετινγκ βασισμένο στην αυθεντικότητα και την ευεξία. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι πολλοί παραγωγοί από τη Λέσβο έχουν τιμηθεί με χρυσά βραβεία σε πολλούς διεθνείς διαγωνισμούς, και έχουν αναδείξει τη μεγάλη προοπτική του ελαιόλαδου της Λέσβου. Συνεπώς η διαφήμιση και η τυποποίηση είναι σημαντική για την ανάπτυξη κι αναγνώριση του ελαιώνα.
Μόνη της, όμως, ίσως δεν είναι αρκετή. Όπως προσθέτει ο κ. Κίζος «το επάγγελμα του αγρότη, επίσης, πρέπει να προωθηθεί κοινωνικά. Μια άλλη λύση, ίσως για να βρεθεί εργατικό δυναμικό είναι να γίνουν συμφωνίες με άλλα κράτη για την άφιξη εργατών ή να προσφερθεί εργασία σε μετανάστες». Από την πλευρά του, τέλος, ο κ. Γιασσάς δίνει έμφαση στη δημιουργία ομάδων αγροτών. «Μια λύση είναι οι ομάδες παραγωγών, που ενώνουν τις ιδιοκτησίες τους και παίρνουν μαζί μηχανήματα και προωθούν στο μάρκετινγκ τον όγκο της παραγωγής τους πιο εύκολα. Όμως σε αυτό χωλαίνουμε».
Συνολικά γίνεται κατανοητό ότι ο λεσβιακός ελαιώνας έχει πολλά περιθώρια ανάπτυξης και αξίζει να επενδύσει κανείς σε αυτόν. Αρκεί να αντιμετωπίζει την ελαιοπαραγωγή σοβαρά και να συμβουλεύεται κάποιον γεωπόνο, ώστε να διατηρήσει τον φυσικό πλούτο του λεσβιακού ελαιολάδου. Ήδη υπάρχουν καλλιεργητές που κινούνται προς την σωστή κατεύθυνση. Ας ακολουθήσουμε το παράδειγμά τους, ώστε να μην παραμείνει ο πλούτος της Λέσβου αναξιοποίητος.

