Από τον μαθητή Τζιγκουνάκη Σταύρο
Η λέξη «λύχνος» είναι αρχαία ελληνική και σχετίζεται ετυμολογικά με τη λατινική «lux», που σημαίνει «φως». Συναντάται, επίσης, η λέξη «λυχνάρι», η οποία είναι υποκοριστικό του ουσιαστικού «λύχνος» και χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει τη «φορητή συσκευή για την παραγωγή φωτισμού, που αποτελείται από δοχείο, στο οποίο τοποθετείται λάδι ή λίπος προς καύση, και από φυτίλι που συνήθως βρίσκεται στη μακρόστενη απόληξη του δοχείου».
Ο λύχνος της φωτογραφίας με μορφή πολεμικού πλοίου εκτίθεται στον πρώτο όροφο του Μουσείου Ακρόπολης (ελεύθερη προθήκη 42, αρ. 1). Τοποθετείται χρονικά στην κλασική εποχή (τέλη 5ου αι. π.Χ.) και το υλικό κατασκευής του είναι ο χαλκός. Βρέθηκε το 1862 στο εσωτερικό του Ερεχθείου. Στον ναό αυτό κατέληγε η πομπή της γιορτής των Παναθηναίων, όπου υπήρχε το ξύλινο λατρευτικό άγαλμα της Αθηνάς Πολιάδας, το οποίο οι Αθηναίοι έντυναν με το ιερό πέπλο. Η επιγραφή «ΙΕΡΟΝ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ» βεβαιώνει ότι ο λύχνος αποτελούσε ιερό αντικείμενο στην κατοχή της θεάς. Η μορφή πολεμικού πλοίου που έχει ο λύχνος ανακαλεί τη γιορτή των Μεγάλων Παναθηναίων και την προσφορά του παναθηναϊκού πέπλου. Στο εσωτερικό του λύχνου διακρίνονται τα ίχνη της ιστοπέδης για τη στερέωση του ιστού.
Μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.) οι Αθηναίοι μετέφεραν στην Ακρόπολη τον πέπλο κρεμασμένο στο κατάρτι πολεμικού πλοίου που κινούνταν πάνω σε τροχούς· πιθανώς μιας τριήρους από αυτές που έλαβαν μέρος στη ναυμαχία.
Στο Ερέχθειο υπήρχε, επίσης, η «άσβεστος λυχνία» μπροστά στο ξύλινο λατρευτικό άγαλμα της Αθηνάς Πολιάδος, ο πιο ξακουστός λύχνος της αρχαιότητας, έργο του γλύπτη Καλλιμάχου. Τροφοδοτούνταν με λάδι μία μόνο φορά τον χρόνο και δεν έσβηνε ποτέ, καθώς είχε φιτίλι από ίνες «Καρπάσιου λίνου» (είδος αμιάντου από την Κύπρο). Ο καπνός του έφευγε ψηλά μέσα από τον κορμό ενός χάλκινου φοίνικα που είχε πλάσει ο Καλλίμαχος.
Τα λυχνάρια υπήρξαν το πιο διαδεδομένο μέσο τεχνητού φωτισμού στην αρχαιότητα. Όταν οι ανάγκες φωτισμού ήταν αυξημένες, χρησιμοποιούσαν λυχνάρια με δύο ή περισσότερα φιτίλια (δίμυξα, τρίμυξα, πολύμυξα).
ΠΗΓΕΣ
1. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
2. https://www.theacropolismuseum.gr/lyhnos-se-morfi-polemikoy-ploioy
3. https://nam.culture.gr/exhibition/po-po-ti-skotadi/
4. https://www.theacropolismuseum.gr/ta-eyrimata/fotizontas-17-aiones



