Ας βάλουμε λίγα όρια!

Η μαθήτρια του Α2 Τσαμπίκα Καλαϊτζάκη οργάνωσε μια συνέντευξη από την κα Φωτεινή Βαλσαμίδου, M.Sc. σχολική ψυχολόγο και εκπαιδευτικό σχετικά με τα όρια των γονέων στα παιδιά τους

-Κρίνετε σκόπιμο να υπάρχουν όρια από τους γονείς στα παιδιά;
Η ύπαρξη ορίων είναι απαραίτητη, γενικότερα, στη ζωή όλων των ανθρώπων, πόσο μάλλον από τους γονείς προς τα παιδιά. Διασφαλίζει ότι μία κοινωνία μπορεί να λειτουργήσει ομαλά και ότι τα μέλη της θα έχουν την ελευθερία να ενεργούν, σεβόμενα τους συνανθρώπους τους. Στην ανατροφή των παιδιών έχει θεμελιώδη σημασία η ύπαρξη ορίων και μάλιστα από πολύ μικρή ηλικία. Παρέχουν σταθερότητα και προστασία. Αποτελούν έναν οδηγό για το τι είναι αποδεκτό και τι όχι και βοηθούν στην αυτορρύθμιση της συμπεριφοράς αλλά και του συναισθήματος. Χωρίς αυτά η ζωή θα έμοιαζε χαοτική.
-Θεωρείτε ότι σήμερα οι γονείς βάζουν στα παιδιά όρια;
Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι γονείς, πλην κάποιων εξαιρέσεων, θέλουν και προσπαθούν να βάλουν όρια στα παιδιά τους. Τα δεδομένα όμως από την καταγραφή των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν τα σχολεία, αλλά και των δυσκολιών μεταξύ των ενδοοικογενειακών σχέσεων, που σήμερα παρατηρείται ότι βαίνουν αυξανόμενες, δείχνουν ότι κάποιες φορές δυσκολεύονται να το καταφέρουν.
-Πόσο εύκολο είναι να βάλουν οι γονείς όρια στα παιδιά τους;
Πρόκειται για μία διαδικασία που προϋποθέτει καλή σύνδεση, καλή σχέση γονέων-παιδιών, ώστε να είναι ξεκάθαρο από όλες τις πλευρές ότι η οριοθέτηση βασίζεται στο νοιάξιμο και την αγάπη. Προϋποθέτει επίσης, από την πλευρά των γονέων, αποφασιστικότητα, συνέπεια και απόλυτη σταθερότητα. Έχοντας ως δεδομένα όσα μόλις ανέφερα, δεν θα χαρακτήριζα «εύκολη» ή «δύσκολη» την οριοθέτηση, γιατί ως διαδικασία διαφέρει πολύ όχι μόνο από οικογένεια σε οικογένεια, αλλά και εντός της ίδιας οικογένειας. Θα τη χαρακτήριζα «δυνατή/εφικτή», αρκεί οι γονείς να μπορέσουν να διατηρήσουν την υπομονή τους, τη σταθερότητά τους και τη στοχοθεσία τους. Και κάτι ακόμα. Είναι σημαντικό, όταν βλέπουμε ως γονείς ότι δυσκολευόμαστε, να είμαστε ανοικτοί στο να ζητήσουμε βοήθεια.
-Ποια είναι η συνηθισμένη αντίδραση των παιδιών στα όρια που βάζουν οι γονείς;
Όταν κάποιος προσπαθεί να σου βάλει ένα όριο, δηλαδή ένα πλαίσιο στη συμπεριφορά σου, η πιο συνηθισμένη αντίδραση είναι η αντίσταση σε αυτό. Αρχικά μοιάζει να σου περιορίζει την ελευθερία σου. Όταν ξεκινά η διαδικασία της οριοθέτησης, είναι συχνό τα παιδιά να προσπαθούν με κάθε τρόπο να αντισταθούν στα όρια. Μπορεί να παρατηρείται ακόμα και επιδείνωση της συμπεριφοράς τους. Αυτό συμβαίνει γιατί στην ουσία το παιδί προσπαθεί εκείνη τη στιγμή να «δοκιμάσει» τη σταθερότητα των ενηλίκων. Προσπαθεί να εκμεταλλευτεί κάθε περιθώριο που ενδεχομένως υπάρχει ώστε αυτό το όριο να μην εφαρμοστεί ή να προσαρμοστεί στα μέτρα και σταθμά που επιθυμεί το ίδιο. Η πρώτη αυτή αντίδραση, που είναι αναμενόμενη και οι ενήλικες πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για αυτήν, θα αλλάξει στην πορεία, μόνο εφόσον οι γονείς δεν κάνουν σπασμωδικές κινήσεις και παραμείνουν σταθεροί σε όσα έχουν συμφωνηθεί. Τότε τα παιδιά θα καταλάβουν ότι το όριο αυτό είναι σταθερό και αδιαπραγμάτευτο και θα «χτίσουν» τη συμπεριφορά τους μέσα στο αναμενόμενο πλαίσιο.
-Με ποιον τρόπο τα όρια είναι βοηθητικά;
Τα όρια είναι πολύ βοηθητικά και για τις δύο πλευρές, δηλαδή και για τους γονείς και για τα παιδιά.
Στα παιδιά τα όρια παρέχουν ασφάλεια και σταθερότητα. Ιδιαιτέρως οι έφηβοι, που ηλικιακά βρίσκονται σε μία διαδικασία που ανακαλύπτουν ξανά τον εαυτό τους και διαμορφώνουν την ταυτότητά τους, σε μία διαδικασία πολλών αλλαγών, έχουν απόλυτη ανάγκη από την ύπαρξη αυτής της σταθερότητας και αυτού του ασφαλούς πλαισίου. Με τον τρόπο αυτό μαθαίνουν να περιορίζουν την ορμέμφυτη τάση τους να ικανοποιούν τις επιθυμίες τους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους σημαντικούς «άλλους» του περιβάλλοντός τους. Τα όρια, όταν τίθενται με αγάπη και σεβασμό στην προσωπικότητα του άλλου, διδάσκουν στα παιδιά τον τρόπο να υπάρξουν στο πλαίσιο της οικογένειας, του σχολείου αλλά της κοινωνίας αργότερα ως ισότιμα μέλη που μπορούν να διαμορφώσουν και να διατηρήσουν υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις. Και κάτι ακόμα! Βοηθούν τα παιδιά να κατανοήσουν ότι τα συναισθήματα διαχωρίζονται από τη συμπεριφορά. Δηλαδή είναι αποδεκτό «να είμαι θυμωμένος», αλλά δεν είναι αποδεκτό για παράδειγμα «να χτυπάω όταν θυμώνω». Τα παιδιά που δέχονται όρια, έχουν εμπιστοσύνη όχι μόνο στους γονείς, αλλά και στον εαυτό τους, αφού παίρνουν την ικανοποίηση ότι τα καταφέρνουν.
Από την άλλη, είναι πολύ βοηθητικά και για τους γονείς. Σε όσο μικρότερη ηλικία ξεκινούν να δείχνουν και να μαθαίνουν στα παιδιά τους ότι υπάρχουν όρια στη συμπεριφορά, τόσο «ευκολότερα» θα απολαύσουν τους καρπούς αυτής της προσπάθειας. Καταλαβαίνουμε ότι ένα παιδί που έχει φτάσει στην εφηβεία, χωρίς να έχει δεχθεί καθόλου όρια, πολύ πιο δύσκολα θα ανταποκριθεί στη διαδικασία αυτή, ή για να είμαι πιο ακριβής θα πω ότι θα εκδηλώσει πιο σθεναρή αντίσταση και θα απαιτηθεί περισσότερος χρόνος για τη «συμμόρφωση». Επίσης, οι γονείς που επιτυγχάνουν να βάλουν όρια στα παιδιά τους κατά την ανατροφή, νιώθουν την ικανοποίηση ότι ανταποκρίνονται επαρκώς στο κομμάτι αυτό του γονεϊκού τους ρόλου και μπορούν να απολαμβάνουν μία πιο ήρεμη και λειτουργική καθημερινότητα με τα παιδιά τους.
Πρέπει βέβαια να αναφέρω ότι τα όρια παρέχουν και την ασφάλεια με την έννοια της προστασίας, δηλαδή της διατήρησης της σωματικής και ψυχικής υγείας. Αυτό συνέβαινε πάντα, αλλά ιδιαιτέρως στις μέρες μας, που το διαδίκτυο για παράδειγμα έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας και στη ζωή των παιδιών, τα οποία δεν είναι ακόμα έτοιμα να κατανοήσουν πολλές φορές αλλά και να διαχειριστούν όλη αυτή την παρεχόμενη πληροφορία.
-Τι πρέπει να γίνεται όταν τα παιδιά δεν δέχονται τα όρια;
Όπως είπαμε και πριν, η αντίσταση στην οριοθέτηση είναι μία αναμενόμενη αρχική αντίδραση και είναι και ένας τρόπος να δοκιμάσουν τα παιδιά τη σταθερότητα του ενήλικα. Σε αυτή την περίπτωση οι γονείς πρέπει να δρουν με ενσυναίσθηση. Δηλαδή να αναγνωρίζουν το συναίσθημα του παιδιού αλλά ταυτόχρονα να παραμένουν ήρεμοι και σταθεροί στην εφαρμογή του ορίου. Όταν ένα παιδί παραβιάζει τα όρια, τότε είναι σημαντικό να γνωρίζει από πριν τις συνέπειες που θα έχει αυτό. Οι συνέπειες πρέπει να είναι άμεσες, λογικές, σχετικές με την πράξη, να ταιριάζουν στην ηλικία του παιδιού και να μην εμπεριέχουν ταπείνωση. Η αγάπη και ο σεβασμός είναι πάντα ο γνώμονας.
-Από ποια ηλικία, δηλαδή, πρέπει να ξεκινά η οριοθέτηση;
Δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη ηλικία όπου μπορούμε να πούμε ότι πρέπει να ξεκινήσει η οριοθέτηση. Πρόκειται για μία διαδικασία δυναμική, δηλαδή όχι στατική. Είναι μια διαδικασία που εξελίσσεται και προσαρμόζεται συνεχώς στην ανάπτυξη του παιδιού και στις ανάγκες που παρουσιάζονται.
Από τη βρεφική ακόμα ηλικία ξεκινά η οριοθέτηση που σχετίζεται με τη σταθερότητα στο πρόγραμμα και τη ρουτίνα. Το νεογέννητο μωρό για παράδειγμα κοιμάται τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Ωστόσο οι γονείς, συνήθως σύμφωνα με τις οδηγίες του παιδιάτρου, προσπαθούν να οριοθετήσουν την ημέρα και τη νύχτα. Έτσι, ενώ το μωρό την ημέρα ξυπνά, στο διάστημα που ακολουθεί ώσπου να ξανακοιμηθεί, βρίσκεται σε φωτεινό χώρο, του μιλούν, παίζουν και αλληλεπιδρούν πιο ενεργητικά μαζί του. Στα ξυπνήματα του μωρού τη νύχτα, η όλη φροντίδα (τάισμα, αλλαγή πάνας) γίνεται σε πολύ χαμηλό φωτισμό, χωρίς να ακολουθεί παιχνίδι ή οποιαδήποτε ένταση στον χώρο. Στη συνέχεια στο επόμενο στάδιο ανάπτυξης, η οριοθέτηση σχετίζεται με την προφύλαξη, την προστασία, για παράδειγμα να μην ακουμπάει τις πρίζες. Αργότερα, στη νηπιακή ηλικία η οριοθέτηση σχετίζεται με τη συμπεριφορά απέναντι στους άλλους, για παράδειγμα «δεν χτυπάω», «περιμένω τη σειρά μου» και ούτω καθεξής.
Με τον τρόπο αυτό αποκτά νόημα η όλη διαδικασία και επιτυγχάνεται και ο στόχος, που τελικά είναι η παροχή ενός ασφαλούς πλαισίου μέσα στο οποίο τα παιδιά θα αναπτυχθούν ολόπλευρα και υγιώς.

-Ποιο είναι το «μυστικό» για την επιτυχημένη οριοθέτηση των παιδιών;
Μία βασική αρχή είναι η οριοθέτηση να γίνεται στο πλαίσιο μιας αγαπητικής και στοργικής σχέσης. Είναι πολύ σημαντικό τα παιδιά να νιώθουν ότι τα όρια δεν είναι τιμωρητικά. Στόχος, δηλαδή, δεν είναι η τιμωρία, αλλά η συμμόρφωση που γίνεται με αγάπη και καλή προαίρεση /πρόθεση. Αυτό, γίνεται πάντα αντιληπτό από τα παιδιά, παρά την αρχική αντίσταση που μπορεί να προβάλουν, και διευκολύνει την όλη διαδικασία.
Κάτι εξίσου σημαντικό είναι ότι τα όρια πρέπει να ταιριάζουν στην ηλικία, στο αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού και να δείχνουν σεβασμό στην προσωπικότητά του. Πρέπει να εξηγούνται στα παιδιά και το καλύτερο είναι να υπάρχει ένα είδος συμφωνίας για την τήρησή τους.
Τέλος, απαραίτητο είναι οι γονείς να μην επαναπαύονται. Η οριοθέτηση είναι μία δυναμική /εξελικτική διαδικασία, που χρειάζεται διαρκή επαγρύπνηση και εγρήγορση, ώστε να μπορούν να πραγματοποιούν τις απαιτούμενες προσαρμογές, κατά το μεγάλωμα των παιδιών.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης