Σκιαγραφώντας τον πατέρα μου
Μια εργασία της μαθήτριας Εύης Μαρή του Γ4 στο πλαίσιο του μαθήματος της Γλώσσας, βγαλμένη μέσα από την καρδιά της.
Ακούω τον χαρακτηριστικό ήχο της πόρτας να ξεκλειδώνει. Ανοίγει, εμφανίζεται μια ανδρική μορφή, τα μάτια μου πέφτουν στα δικά του: πράσινα, γυαλιστερά, όλο φλόγα και μεγάλα, πίσω από τα τετράγωνα γυαλιά μυωπίας. Το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου του καλύπτεται από γκρίζα γένια που περικυκλώνουν το κουρασμένο του χαμόγελο. Τα μαλλιά του, σχεδόν άσπρα, αφήνουν την αίσθηση πως κάποτε ήταν μελαχρινά και σγουρά, σχηματίζοντας ένα έντονο Ν στο κούτελό του. Το σώμα του γεροδεμένο, όχι γυμνασμένο, ίσα ίσα σε αφήνει να καταλάβεις την έντονη επίδραση της δουλειάς. Περπατάει, το βήμα του βαρύ, αλλά και ελαφρύ. Με πλησιάζει, βγάζει από την τσέπη τα κλειδιά του και τα ακουμπάει στον πάγκο. Με κοιτάει, απλώνει το χέρι του και μου τσιμπάει ελαφρά το μάγουλο. Αυτός είναι ο πατέρας μου.
Μερακλής και αστείος, έξυπνος, εργατικός και γλυκούλης. Η συζήτηση μαζί του πάντα χαρούμενη, κάνει τα προβλήματα να είναι ένα «και τι πειράζει». Ότι το έχει καταφέρει, το έχει κάνει με κίνητρο τη μητέρα μου, τα αδέρφια μου και εμένα. Επιλέγει να ζει στο έπακρο από μικρός, χωρίς να σπαταλά ούτε στιγμή.
Μπορεί να μην τα κατάφερε με τις σχολικές γνώσεις, αλλά είναι από τους λίγους ανθρώπους που έχουν καταφέρει να κερδίσουν τη ζωή. Αυτή τη ζωή θέλω να καταφέρω να κερδίσω και εγώ, τις εμπειρίες της, την αγάπη της και τις αναποδιές της. Αλλά θα ήθελα να την κερδίσω με παρέα, και σε αυτήν την παρέα σίγουρα θα είναι ο μπαμπάς μου.
