Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα δάσος πολύ μακριά από εδώ, ζούσε ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Κοκκινοσκουφίτσα, γιατί ζούσε σε ένα σπίτι που είχε στην κορυφή του έναν μεγάλο κόκκινο σκούφο.
Μια μέρα η Κοκκινοσκουφίτσα θέλησε να πάει να παίξει με τους φίλους της στην πόλη. Αφού ήταν μακριά η πόλη, η μητέρα της δεν την άφηνε να πάει. Έτσι ένα μεσημέρι, όταν κοιμήθηκαν όλοι και κανείς δεν την έβλεπε, το έσκασε με μία μικρή βαλίτσα.
Καθώς περπατούσε χαρούμενη, συνάντησε ένα σκιάχτρο. Το σκιάχτρο, άκακο όπως ήταν, της ζήτησε να μάθει πού πηγαίνει. Αυτή του απάντησε ότι πηγαίνει στην πόλη να παίξει με τους φίλους της. Το σκιάχτρο της έδωσε μία συμβουλή. Να πάει από το δεξί μονοπάτι για να μη συναντήσει τον Μεγάλο Εχθρικό Γίγαντα ή ΜΕΓ, όπως τον φώναζαν, γιατί ήταν ένας μεγάλος γίγαντας που, όποιος δεν του απαντούσε σε μία συγκεκριμένη ερώτησή του, τον έκανε σκιάχτρο κι έφευγε κλαίγοντας. Έτσι έφυγε η Κοκκινοσκουφίτσα με κέφι, χαρά και χοροπηδητά.
Δεν πήγε όμως από το δεξί μονοπάτι, γιατί δεν ήξερε πού είναι το αριστερά και πού το δεξιά. Όταν έφτασε το απόγευμα, θέλησε να φάει κάτι και βρήκε μια μεγάλη βατομουριά γεμάτη με βατόμουρα. Έσκυψε να πάρει ένα βατόμουρο αλλά ένα βέλος εκτοξεύθηκε δίπλα της και την πάγωσε. Ήταν ο Ρομπέν των Δασών. Της φώναξε να μην αγγίξει τίποτα, γιατί αυτά του ανήκουν και δεν πρόκειται να τα δώσει σε κανέναν τυχαίο περαστικό. Αυτή τον παρακάλεσε με βουρκωμένα μάτια. Αμέσως αυτός, σαν να τον μάγεψε το βλέμμα της, της τα έδωσε όλα λέγοντάς της να προχωρήσει στο αριστερό μονοπάτι γιατί στο άλλο θα συναντούσε τον ΜΕΓ.
Πάλι όμως μπερδεύτηκε και έστριψε δεξιά. Αφού περπάτησε δύο χιλιόμετρα περίπου, βρέθηκε μπροστά σε μια μεγάλη θάλασσα. Έτσι πήρε ένα καΐκι που βρισκόταν εκεί κοντά και ξεκίνησε να κάνει κουπί. Σε δέκα λεπτά μεγάλη τρικυμία ήρθε και βγήκε μέσα από τη θάλασσα μια γοργόνα γιγάντια και τη ρώτησε «Ζει ο Μέγας Αλέξανδρος;» και η έξυπνη Κοκκινοσκουφίτσα της απάντησε «Ζει, ζει και βασιλεύει!». Έτσι σώθηκε και βγήκε στην ακτή.
Μόλις πάτησε το πόδι της στο νησί και διάβασε μια μεγάλη ταμπέλα «Ατλαντίδα», άρχισε να αιωρείται. Γύρισε το κεφάλι και είδε τον ΜΕΓ. Της κόπηκε η ανάσα! Κρύος ιδρώτας την έλουσε! Ξαφνικά όλα άρχισαν να την τρομάζουν. Τη ρώτησε θυμωμένος και αγριεμένος ! «Έχεις δει έναν μεγάλο κόκκινο σκούφο; Αν ναι, θέλω να πάμε να τον πάρω.» Τότε η Κοκκινοσκουφίτσα του είπε «Ακολούθησέ με και θα βρεις αυτό που ψάχνεις». Έτσι ανέβηκε στο κεφάλι του και άρχισε να του δείχνει πού να πηγαίνει.
Πήγανε πάνω από τη γοργόνα, τον Ρομπέν των Δασών και το σκιάχτρο και βρέθηκαν στο σπίτι της. Μόλις ο ΜΕΓ είδε τον σκούφο του πάνω στο σπίτι της, καταχάρηκε! Της εξήγησε ότι του είχε πέσει πριν από καιρό και τον είχε χάσει αλλά ήταν ο αγαπημένος του σκούφος.
Γνωρίστηκαν και έμαθε η Κοκκινοσκουφίτσα πως τον έλεγαν ΜΦΓ, δηλαδή Μεγάλο Φιλικό Γίγαντα. Και δεν ήταν καθόλου εχθρικός. Η Σόφη, όπως ήταν το κανονικό όνομα της Κοκκινοσκουφίτσας, τον σύστησε στους χαρούμενος γονείς της που την είχαν πάλι κοντά τους και έζησαν όλοι μαζί σε ένα μεγαλύτερο σπίτι που τους έφτιαξε ο ΜΦΓ. Έτσι ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
Γιάννης Ξουρής

Γιάννη, έγραψες ένα πολύ διασκεδαστικό παραμύθι, γεμάτο φαντασία, περιπέτεια και ανατροπές. Ιδιαίτερος ο τρόπος που συνδύασες γνωστούς ήρωες και στοιχεία από διαφορετικές ιστορίες, δομώντας μια αφήγηση με πρωτοτυπία που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Πολύ όμορφο ήταν και το μήνυμα ότι πολλές φορές οι άνθρωποι δεν είναι όπως φαίνονται στην αρχή. Μπράβο σου για τη ζωντανή περιγραφή και την ευρηματικότητά σου!
Μια διασκευή με πολύ χιούμορ και φαντασία! Μπράβο Γιάννη!