Η εικονογράφηση είναι της μαθήτριας Σωτηρίας Ζουρούδη, μαθήτριας της Α΄1 Γυμνασίου
Πριν μερικά χρόνια είχα ένα πορτοκαλο-κόκκινο αρσενικό άλογο, τον Αγά, που φερόταν σαν άνθρωπος. Τον είχαμε αποκτήσει μετά από ένα μας ταξίδι στην Κάλυμνο, μαζί με ένα άλλο μαύρο αρσενικό άλογο. Ο Αγάς όμως ήταν ο καλύτερος, γιατί ήταν βαρβάτο άτι.
Κάποια Πρωτοχρονιά, μετά από μερικά χρόνια, η οικογένειά μου ετοιμάστηκε να πάει να εκκλησιαστεί στο εκκλησάκι του Αγίου Βασιλείου, όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα. Αυτό το εκκλησάκι βρίσκεται σε μακρινό και απομονωμένο μέρος του νησιού μας και για να πάει κανείς εκεί από τη στεριά πρέπει να διασχίσει ένα δύσβατο μονοπάτι αρκετών χιλιομέτρων. Για αυτό οι πιο πολλοί προσκυνητές προτιμούν να πάνε εκεί από τη θάλασσα, με λάντζα*. Όσοι επιλέγουν να πάνε από τη στεριά, συνήθως πάνε είτε περπατώντας, εάν έχουν καλή φυσική κατάσταση, είτε με μεγάλο αυτοκίνητο. Άλλοι πάλι πάνε με άλογο. Τα άλογα είναι δυνατά ζώα που μπορούν να κάνουν τέτοιες δύσκολες διαδρομές.
Εμένα, επειδή τότε ήμουν μικρός, με έβαλε ο μπαμπάς μου πάνω στον Αγά, για να πάω καβάλα. Το άλογο με πήγε μόνο του μέχρι το εκκλησάκι, προσέχοντας πάρα πολύ σε όλη αυτή τη διαδρομή να μην κάνει απότομες κινήσεις. Ήταν σαν να είχε πάρει επάνω του όλη την ευθύνη για εμένα, ένιωθε ότι έπρεπε να με προσέχει. Λες και κατάλαβε τα λόγια του μπαμπά μου, όταν του είπε: «Αγά, να τον προσέχεις τον γιο μου σαν τα μάτια σου. Βασίζομαι πάνω σου!». Αλλά και όταν φτάσαμε εκεί καθόταν ήρεμος σε μια άκρη με μένα πάνω του και περίμενε μέχρι να φτάσει και ο μπαμπάς μου, για να με κατεβάσει με ασφάλεια από τη ράχη του. Και έτσι, ήρεμα και προσεκτικά πάλι, με γύρισε στο σπίτι μετά το τέλος του εκκλησιασμού.
Μια καλοκαιρινή μέρα εκείνης της χρονιάς, τον είχε τον Αγά ο μπαμπάς μου μαζί στη δουλειά του σε μια οικοδομή, επειδή εκεί δεν μπορούσε να πάει εύκολα με το αμάξι. Τον άφησε, λοιπόν, να τον περιμένει παραδίπλα σε ένα χορταριασμένο μικρό λοφάκι. Ο Αγάς, όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, καθόταν ήσυχα και υπομονετικά και γευόταν το τρυφερό χορτάρι, μέχρι να έρθει η ώρα να τελειώσει ο αφέντης του και να φύγουν. Όταν όμως ήρθε το μεσημέρι, ο Αγάς δίψασε. Τότε ένας βοηθός του μπαμπά μου πήρε τον Αγά να τον ποτίσει. Του έδωσε να πιει από μια βαρέλα που είχαν εκεί κοντά, όπου ξέπλεναν τα εργαλεία. Η βαρέλα μάλλον, όπως φάνηκε αργότερα, δεν είχε ξεπλυθεί καλά όταν ξαναγέμισε με νερό. Ο Αγάς ήπιε πολύ νερό, διψασμένος καθώς ήταν. Το απόγευμα τον πήραμε μαζί μας στο χωράφι. Εκεί διαπιστώσαμε ότι τα ούρα του ήταν κόκκινα. Πήραμε αμέσως κατατρομαγμένοι τηλέφωνο τον κτηνίατρο. Ακούσαμε με μεγάλη μας στενοχώρια ότι ο Αγάς μας δεν έχει σωτηρία.
Εκείνο το ίδιο βράδυ αποχαιρετήσαμε για πάντα τον Αγά μας.
Αγά, δε θα σε ξεχάσω ποτέ!
___________
* βάρκα
Ο Σωτήρης Διασινός είναι μαθητής της Α΄1 Γυμνασίου
Η εικονογράφηση είναι της μαθήτριας Σωτηρίας Ζουρούδη, μαθήτριας της Α΄1 Γυμνασίου

