Γράφει ο Άκης Κουλουρίδης:
Ταράχτηκα από τη σκηνή της χειροδικίας του νερουλά Βανγκ καθώς και από την απροθυμία κατάθεσης μαρτυρίας από τους αυτόπτες, διότι μέσα από αυτό το γεγονός αντανακλάται η τάση των ανθρώπων να μην δείχνουν ενδιαφέρον για την ανακάλυψη-εύρεση-αποκάλυψη της αλήθειας, πράγμα που συναντάται και στον σημερινό κόσμο.
Γράφει η Αθηνά Μανατάκη:
Μια σκηνή του έργου η οποία δεν με εξέπληξε τόσο όσο με εξόργισε και σχεδόν με ενόχλησε καθώς τη διάβαζα ήταν αυτή στην οποία η Σεν Τε μόλις έχει αγοράσει το μαγαζί της, επίτευγμα που μέχρι πρότινος φάνταζε ακατόρθωτο για την ίδια, και οι γύρω της επιχειρούν αμέσως να την εκμεταλλευτούν με τρόπο αδίστακτό και ανεξέλεγκτο. Συγκεκριμένα, ο Μα Φου και η οικογένειά του χρησιμοποιούν την ιδιοκτησία της Σεν Τε ως κατάλυμα και μάλιστα της παίρνουν και τον καπνό που πουλάει, χωρίς να είναι διατεθειμένοι να της ανταποδώσουν με οποιονδήποτε τρόπο αυτήν την τεράστια χάρη που τους κάνει. Απλώς θυματοποιούνται επανειλημμένα εκμεταλλευόμενοι την καλοσύνη της Σεν Τε προκειμένου να πάρουν αυτό που επιθυμούν. Μάλιστα, η συγκεκριμένη σκηνή θα λέγαμε πως εξελίσσεται με τρόπο κλιμακωτό διότι αρχικά τα άτομα που θέλουν να διαμείνουν στο μαγαζί είναι λιγοστά και η διαμονή τους δε φαντάζει ως κάποιο μεγάλο βάρος. Ωστόσο βαθμιαία αυξάνονται όλο και περισσότερο και η κατάσταση του κάθε νέου ατόμου που αναζητά κατάλυμα παρουσιάζεται τόσο τραγική που η καλοσύνη της Σεν Τε δεν της επιτρέπει να μην τους το προσφέρει. Τελικά, μολονότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν πράγματι οικονομικές δυσκολίες, χειραγωγούν τη Σεν Τε και δεν αναγνωρίζουν ότι, παρόλο που βρίσκεται σε ελαφρώς καλύτερη οικονομική θέση συγκριτικά με αυτούς, δεν έχει την ευχέρεια να τους συντηρεί. Έτσι, εξαντλούν τους πόρους την ξεγελώντας της και επικαλώντας το συναίσθημα της ηρωίδας. Ως αναγνώστρια, αυτή η σκηνή με εκνεύρισε και με έκανε να θελήσω να παρέμβω στην ιστορία, εάν μπορούσα. Ειδικά στα σημεία όπου η Σεν Τε δεχόταν να μείνουν όλο και περισσότερα άτομα στο μαγαζί και να πληρώσει όλο και περισσότερα χρέη ώστε να βολέψει άλλους, χωρίς καμία δεύτερη σκέψη και χωρίς να κάτσει να αναθεωρήσει το πώς θα επηρεαστεί η ίδια από τέτοιες κινήσεις. Ένιωσα να ταυτίζομαι με τη Σεν Τε, στο σημείο αυτό, καθώς και εγώ έχω νιώσει, σε αρκετές περιπτώσεις στις διαπροσωπικές μου σχέσεις ότι προσφέρω σε ανθρώπους που κατά βάθος γνωρίζω πως δεν επρόκειτο να μου το ανταποδώσουν, όχι επειδή δεν μπορούν αλλά επειδή δεν θέλουν να το κάνουν. Στο έργο η προσφορά της Σεν Τε αφορά αγαθά χειροπιαστά όπως είναι η στέγη, ο καπνός, τα χρήματα, κ.ά. Όμως, επειδή η σκηνή λειτουργεί και αλληγορικά, εγώ αναφέρομαι περισσότερο σε μη χειροπιαστά πράγματα όπως είναι η υποστήριξη προς ένα άτομο, η συμπαράσταση και άλλες πράξεις που εκδηλώνουν μια μορφή αγάπης και απορρέουν από πραγματικό ενδιαφέρον για τον άλλον. Όπως και στο παράδειγμα του Μπρεχτ, το γεγονός ότι κάποιος έχει πραγματική ανάγκη για υποστήριξη και για βοήθεια δεν αναιρεί το ότι οφείλει να δείξει ευγνωμοσύνη για αυτή όταν του προσφερθεί και φυσικά δεν αναιρεί το ότι αυτός που είναι σε θέση να του την προσφέρει το έχει κάνει με τρόπο ανιδιοτελή και θυσιάζοντας πολλές φορές τον ίδιο του τον εαυτό.
