Ο Γιούγκερμαν από τον Γιάννη Καμψή

Στο έργο του ο Καραγάτσης αποδίδει στους χαρακτήρες του στοιχεία ωμού ρεαλισμού, τα οποία τους κάνουν απωθητικούς από την μια, όμως από την άλλη τους ανυψώνει ιδεατά. Στην περίπτωση του Γιούγκερμαν παρουσιάζεται ένας άνθρωπος, ο οποίος δεν έχει ηθικούς φραγμούς. Πιο συγκεκριμένα, κατά την παιδική του ηλικία, δεν ενδιαφερόταν καθόλου για την μόρφωσή του, σε αντίθεση με τον αδερφό του τον Σύλβι, ο οποίος ζήτησε ο ίδιος από τον πατέρα του να πάει να σπουδάσει. Έπειτα, όταν έφυγε ο Σύλβι από το σπίτι, ο Βάσιας, βλέπουμε ότι παραμελήθηκε πολύ από την οικογένειά του, με αποτέλεσμα να μπλέκει σε κακές παρέες, να συμπεριφέρεται εγωιστικά και με αυθάδεια σε όλους, ακόμα και στους υπηρέτες που τον φρόντιζαν. Τέλος, όταν πέθανε ο πατέρας του, του άφησε κληρονομιά κάποια χρήματα, τα οποία ο Βάσιας δεν τα επένδυσε κάπου, αλλά κοίταξε να περάσει καλά για όσο χρονικό διάστημα του έφταναν. Γενικότερα, παρατηρούμε έναν χαρακτήρα, ο οποίος κοιτάει την καλοπέρασή του, δεν ενδιαφέρεται για το μέλλον, κοιτάει μόνο το σήμερα και θα τον χαρακτήριζα επιπόλαιο και εγωπαθή. Ακόμα, και στον πόλεμο που υπηρέτησε, ο συγγραφέας μας αναφέρει ότι «Πλατσικολόγησε, έσφαξε άμαχο πληθυσμό, εβίασε γυναίκες, γλέντησε μέσα σ’ ένα όργιο από πιοτό, αίμα και θάνατο, κι ήταν πανευτυχής». Περιγράφεται, λοιπόν, ένας αναίσθητος άνθρωπος, χωρίς κανένα ίχνος ευαισθησίας και ανθρωπιάς. Από την άλλη όμως, όταν ο Βάσιας νοίκιασε το σπίτι των δύο αδελφών, της Αλκμήνης και της Ασπασίας, παρατηρώντας, την κακή οικονομική κατάστασή τους, βλέπουμε να δείχνει ένα άλλο πρόσωπο, πιο ευαίσθητο και ανθρώπινο, καθώς ο ίδιος τους προτείνει την αύξηση του ενοικίου, τους αγοράζει τρόφιμα για το σπίτι τους, αφού πολλές φορές του έχουν κάνει το τραπέζι και γενικότερα, προσπαθεί να της βοηθήσει με διάφορους τρόπους. Άρα, παρατηρούμε και μια ευαίσθητη πλευρά του Γιούγκερμαν, την οποία δεν είχαμε καταλάβει προηγουμένως.

Ο Στρατής Σκλαβογιάννης από την άλλη είχε πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια καθώς μεγάλωσε χωρίς γονείς και την κηδεμονία του την είχε αναλάβει ο θείος του, ένας πολύ σκληρός άνθρωπος, ο οποίος δεν ένιωσε ποτέ αγάπη για αυτό το παιδί, και στην ουσία το είχε παρατημένο στην μοίρα του για να πεθάνει. Ο Σκλαβογιάννης όμως, από την ηλικία των δέκα χρόνων πήρε την ζωή στα χέρια του, και έφυγε από τον θείο του αναζητώντας μια καλύτερη μοίρα. Όντως, δουλεύοντας ως λούστρος, κατάφερε να μαζέψει ένα σημαντικό ποσό και τελικά μεγαλώνοντας να φτιάξει το δικό του εργοστάσιο και να κάνει την δική του οικογένεια. Παρουσιάζεται αρκετά τσιγκούνης τόσο που από τους τρεις γιούς που έκανε, μόνο τον έναν  έστειλε για σπουδές και πάλι παραπονιόταν κάθε φορά που πλήρωνε τα δίδακτρα του γιού του. Όμως, φαίνεται ένας άνθρωπος ταλαιπωρημένος, που μόνος του κατάφερε να φτιάξει μια μεγάλη περιουσία, χωρίς να κοιτάει την καλοπέρασή του όπως έκανε ο Γιούγκερμαν, ο οποίος είχε από μικρός πολύ καλύτερη τύχη από τον Στρατή αλλά δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να ασχοληθεί με την επιχείρηση της οικογένειάς του. Είναι δύο τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες, οι οποίοι έχουν διαφορετικές αξίες και προτεραιότητες.

Οι σχέσεις των δύο φύλων παρουσιάζονται πολύ ωμά και κάπως απωθητικά. Βλέπουμε,  ότι η γυναίκα εμφανίζεται κυρίως σαν ένα όργανο ικανοποίησης των σεξουαλικών επιθυμιών των αντρών αλλά και των δικών της. Πιο συγκεκριμένα, στην αρχή, βλέπουμε την μητέρα του Γιούγκερμαν να έχει εξωσυζυγικές σχέσεις με έναν άλλον άντρα, τον Αντεμάρ ντε Κρεσύ, οποίος αργότερα μαθαίνουμε ότι ήταν ο βιολογικός πατέρας του Βάσια. Αλλά και ο Κάρλ Γιούγκερμαν, ο άνθρωπος που μεγάλωσε τον Βάσια, φαίνεται να έχει ερωμένη την κυρία Ελίζ, η οποία είχε αναλάβει την διδασκαλία των δύο παιδιών του. Έπειτα, παρατηρούμε ότι και οι υπηρέτριες της οικίας έπεφταν συχνά θύματα σεξουαλικής κακοποίησης τόσο από τον Καρλ όσο και από τον Βάσια, ο οποίος βρισκόταν στην εφηβεία. Και αργότερα, όταν πια ο Γιούγκερμαν ήταν στην τράπεζα ως υπάλληλος, γλεντούσε κάθε βράδυ και με διαφορετική γυναίκα, και κάποια περίοδο μάλιστα, είχε συνάψει εξωσυζυγικές σχέσεις και με την γυναίκα του συναδέλφου και φίλου του. Στο βιβλίο, βλέπουμε επίσης και τις σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ μητέρας και παιδιών. Πιο συγκεκριμένα, η μητέρα του Βάσια και του Σύλβι αγαπούσε τα παιδιά της και νοιαζόταν για εκείνα, αλλά δεν περνούσε αρκετό χρόνο μαζί τους, καθώς προτιμούσε να κάθετε στο boudoir της. Ακόμα και όταν ο μεγάλος της γιος, ο Σύλβι λίγο πριν φύγει για τις σπουδές του της έδωσε να καταλάβει ότι γνωρίζει για τις εξωσυζυγικές της σχέσεις, εκείνη μπορεί να θορυβήθηκε και να μπήκε σε σκέψεις, αλλά δεν έκανε τον κόπο, ούτε να του εξηγήσει, ούτε να φτιάξει τις σχέσεις της με τα παιδιά της. Ίσα – ίσα λίγο αργότερα εγκατέλειψε και το δεύτερο παιδί της, τον Βάσια και τον σύζυγό της, φεύγοντας με τον εραστή της. Επιπλέον, παρουσιάζεται και η σχέση των δύο αδερφών, του Βάσια και του Σύλβι. Βλέπουμε τον Σύλβι να είναι ιδιαίτερα προστατευτικός προς τον αδερφό του και να τον αγαπάει, αφού όταν είδαν την μητέρα τους να πλαγιάζει με τον εραστή της, ο Σύλβι δεν είπε την αλήθεια στον Βάσια, ώστε να τον προστατέψει και να μην πληγωθεί. Αντίθετα, ο Βάσιας δεν φαίνεται να έχει τόσο βαθιά αισθήματα για τον αδερφό του καθώς στην κηδεία του πατέρα τους, ο Βάσιας προσποιούταν ότι λυπάται και ότι καταλαβαίνει και συμπονά τον αδερφό του. Τέλος, παρατηρούμε και μια ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ του Βάσια και των δύο αδερφών, της  Ασπασίας και της Αλκμήνης. Συγκεκριμένα, ο Γιούγκερμαν δείχνει ευαισθησία και σεβασμό προς αυτές τις γυναίκες, οι οποίες κατά κάποιο τρόπο τον προσέχουν είτε μαγειρεύοντάς του, είτε καθαρίζοντας το διαμέρισμά του. Θα μπορούσαμε να πούμε πως τους συμπεριφέρεται σαν μεγαλύτερες αδερφές τους και δεν τις βλέπει σαν ένα αντικείμενο που μπορεί να εκμεταλλευτεί. Αλλά και εκείνες προσπαθούν με όλη τους την καρδιά να τον περιποιηθούν και να τον βοηθήσουν χωρίς να ζητήσουν κάποιο αντάλλαγμα. Άρα, βλέπουμε μια πιο ανθρώπινη σχέση να δημιουργείται μεταξύ αυτών των ανθρώπων.

Οι αδερφές Γιαγκοπούλου, η Ασπασία και η Αλκμήνη είναι δύο γυναίκες μεγάλες σε ηλικία, οι οποίες έχουν μείνει ανύπαντρες. Έχουν έναν αδερφό, ο οποίος εργάζεται σκληρά ώστε να συντηρεί τις αδερφές του. Εκείνες, παρόλο που ήθελαν να εργαστούν, για να μπορέσουν να ελαφρύνουν κάπως τον αδερφό τους, δεν το έκαναν , γιατί ο ίδιος ο αδερφός τους δεν το ήθελε, λόγω του ότι η κοινωνία ίσως τους κατέκρινε. Βλέπουμε λοιπόν, ένα στερεότυπο της εποχής εκείνης, το οποίο δεν θέλει την γυναίκα να εργάζεται και αν το κάνει τότε ο άντρας του σπιτιού θα δεχτεί έντονη κριτική από την κοινωνία. Επιπλέον, το να μένει μια γυναίκα ανύπαντρη εκείνη την εποχή δεν θεωρούταν σωστό, ούτε περνούσε απαρατήρητο. Ήταν κάτι, το οποίο δήλωνε ότι η συγκεκριμένη γυναίκα έχει κάποιο «κουσούρι» και γι’ αυτό τον λόγο δεν βρήκε έναν άντρα να παντρευτεί και να κάνει παιδιά. Αντιθέτως, σήμερα, η γυναίκα έχει δικαίωμα και να εργαστεί χωρίς να την κατακρίνει κάποιος, ούτε εκείνη, ούτε και τα αρσενικά μέλη της οικογένειάς της. Επιπλέον, στις μέρες μας δεν είναι κατακριτέο, ούτε τόσο έντονα αρνητικό το να μένει μια γυναίκα ανύπαντρη. Η κάθε γυναίκα έχει δικαίωμα να κάνει ο, τι επιθυμεί με το σώμα της και με την ζωή της χωρίς να σκεφτεί τι θα πει η κοινωνία και ο κόσμος.

Ημερολόγιο Χαρίτος:

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Έχασα την αδερφή μου την Αλκμήνη και είμαι πολύ λυπημένος. Η αδερφή μου δεν πέρασε λίγα, είχε κάθε μέρα κάποιον καλοθελητή να την κατακρίνει για το γεγονός ότι έμεινε ανύπαντρη, κι εκείνη στεναχωριόταν συνέχεια, το ίδιο και η Ασπασία. Δεν έπρεπε να φύγει έτσι η αδερφή μου. Λυπάμαι πολύ, που δεν πέρασα περισσότερο καιρό κοντά τους, που δεν την άκουσα, που δεν εκπλήρωσα τις επιθυμίες της, αλλά δούλευα συνέχεια προσπαθώντας να μην τους λείψει τίποτα και να μπορέσουν να ζήσουν αξιοπρεπώς, την ώρα που εκείνες ήθελαν εμένα δίπλα τους. Και τώρα πάει η αδερφή μου. Μακάρι να γυρνούσα τον χρόνο πίσω…. Μακάρι.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης