Τα χταποδάκια: Εσωτερικός Μονόλογος Παναγιωτάκη

Δε με θέλουνε. Ούτε ένας. Ούτε να μου πούνε: «Έλα, κάτσε, Παναγιωτάκη, να βάλουμε λίγο κρασάκι, να πούμε δυο κουβέντες». Ούτε λόγος. Μ’ έβγαλαν έξω σα να ’μουνα σκυλί αδέσποτο που μπήκε να γλιτώσει τη βροχή. Μου ’πε, λέει, να πάω στην Ευταλία. Λες και δεν ξέρει. Λες και δεν ξέρει πως ούτε αυτή με σηκώνει πια. Κανείς δεν θέλει να μ” ακούσει, να μ” αντέξει δυο λεπτά. Και τι ζητάω δηλαδή; Ένα ποτηράκι και δυο κουβέντες. Ένα «Γεια σου ρε Παναγιωτάκη, κάτσε να τα πούμε». Να μη νιώθω πως είμαι μόνος, ξεγραμμένος απ’ τον κόσμο. Και τα χταποδάκια μου έφερα. Κύριος. Με κόπο τα βρήκα. Για το μεζέ, όχι για φιγούρα. Στη χόβολη να τα βάλουμε, να βγει μυρωδιά, να φτουρήσει το κρασί. Όχι, τίποτα. Ξινίσανε όλοι, σα να κουβαλάω λέπρα. Και γιατί δηλαδή; Γιατί μίλησα παραπάνω; Γιατί ήπια λίγο παραπάνω; Ε, άνθρωπος είμαι, δεν είμαι πέτρα. Πίκρες έχω, βάσανα κουβαλώ, δεν είμαι αχαΐρευτος όμως. Και μου κολλάνε τη ρετσινιά του κουκουέ επειδή μου ξέφυγε μια κουβέντα… Με βαράνε οι μεν, με διώχνουν οι δε. Εγώ όμως δεν είμαι τίποτα, παρά μόνο ένας μοναχός. Τι σόι κόσμος είναι τούτος; Ούτε ένα τσιγάρο δε σου δίνουν. Ούτε ένα βλέμμα της προκοπής. Σαν να τους μόλυνα, σαν να λένε «Φύγε, μην κάτσεις εδώ, μας βρωμίζεις το κέφι». Μα εγώ για ένα κρασί ήρθα και μια κουβέντα, να πω πως υπάρχω, πως δεν είμαι πεθαμένος. Τους είδα όλους, τα πρόσωπά τους. Πέτρα. Ούτε ένας να με λυπηθεί, να σκεφτεί πως κι εγώ άνθρωπος είμαι με ψυχή, με καρδιά, με πόνο. Μόνο σκληράδα, μόνο σιχασιά. Και το ’πα: «Σαν άνθρωπος κι εγώ.» Το ’πα κι ένιωσα μέσα μου να σβήνει το φως.

Μα όχι, Παναγιωτάκη. Δεν είσαι άνθρωπος στα μάτια τους. Είσαι «ψείρα», «κολλιτσίδα», «προστυχόμουτρο». Έτσι σε βλέπουν. Μια σκιά που περισσεύει, που θολώνει την εικόνα τους, που δεν χωρά στο κουτί τους. Και πού να πας τώρα; Στην Ευταλία; Άντε πήγαινε. Να σου πετάξει τα χταπόδια πίσω απ’ την πόρτα και να σου πει «Δε θέλω μπελάδες». Μα πού να πας; Πού, πουθενά… Ένα χαρτί με δυο χταποδάκια κι ένα βάρος στο στήθος. Αυτά μου μείνανε. Ίσως, λέω, καλύτερα να φύγω. Έξω, με τον νοτιά και τη βροχή. Να μην ακούω, να μην βλέπω, να μη θυμάμαι πια, μόνο να περπατάω, να χάνω δρόμους, να ξεχνώ και το όνομά μου ακόμα. Ίσως κάπου βρεθεί ένα σκαλοπάτι να ξαποστάσω. Ένα σκαλοπάτι, όχι άνθρωποι. Οι άνθρωποι κουράζουν πιο πολύ απ’ τον δρόμο.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης